Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρία Ποιήματα:Ζαράρης Π.Λάσκαρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τρία Ποιήματα:Ζαράρης Π.Λάσκαρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Ζαράρης Π.Λάσκαρης

Τρία  Ποιήματα  ,του Λάσκαρη  Ζαράρη








Οι παραμένοντες


Το φρούριο τι γλώσσα να εκφράσει
ποιο σκοπό να τραγουδήσει τώρα
που γδύνεται σιγά-σιγά μπροστά στα μάτια μας;
Εκεί που μέναμε κλεισμένοι για να μην προδοθούμε,
ίσως το άγγιγμα αλλιώτικου ανέμου να μας φόβιζε
ίσως η πίστη στα ιδανικά μας να μας έδενε
και μια σημαία χρόνια και χρόνια
στις πολεμίστρες μας ξεθώριαζε,
κάθε κυματισμός και η ψυχή μας…
στην ψευδαίσθηση.

Τόσο οι πονηροί εχθροί μάς παράβλεψαν
που δεν πλησίαζαν το φρούριο
ούτε να μας αγριέψουν σκόπευαν.
Τα σχέδια του πολέμου κιτρίνιζαν
μέσα στις στάχτες της ελπίδας τους
και η αγάπη μας ήταν φτιαγμένη από σίδερο.

Εσύ έφυγες πρώτη και δέκα χρόνια αντιπαλεύεις
τα χώματα, τα αισθήματα
τον ήλιο ρωτάς που παίζει με τα κύματα
τον ψίθυρο της θάλασσας αρπάζεις
να νιώσεις και πάλι τα ατίθασα φιλιά μου
και η φωνή σου
με τη φωνή των επίγειων απολαύσεων σμίγει.

Ένα παλικάρι μες στη νύχτα ούρλιαξε·
ακούστηκε στις πιο απόμακρες γωνιές του ουρανού
αποχαιρετώντας όλα αυτά τα αγαπημένα
μα επώδυνα, βούτηξε, δεν περίμενε.
Ήταν η πρώτη απώλεια που σ’ έθλιψε·
ένας απ’ τον κόσμο που άφησες
τώρα απέναντί σου.                         


Μια συνηθισμένη ιστορία

Η  Ελένη· η άβυσσος άκουγε τη φωνή του
συχνά είχε μια παράξενη μελωδία.
Ο Πέτρος ήταν σαν το πουλί που άφηνε
το δέντρο του για να πετάξει μακριά
σε απάτητα σημεία, όπου η ανάσα
δυσκολεύεται και το γαλάζιο σε συνθλίβει.

Πέτρωσε ο Πέτρος σαν τα βράχια, σαν τις λέξεις
μια άλλη ιστορία αγάπης να ξεγράφεται
στο χώμα της Ελένης.
«Δεν ερμηνεύονται τα χρόνια από ψηλά
τα σκοτεινά σημεία της ζωής μας»,
είπε η Ελένη και δάκρυσε κόβοντας
ανθισμένα λουλούδια.
Ένα σύννεφο πόνου κατέβαινε στην ψυχή
τραγουδώντας στο σώμα που αλλάζει πορεία.
Κάναμε δίκαιη μοιρασιά στον ήλιο
μα τον βάλαμε σ’ ένα καράβι
που μετέφερε πλαστά νομίσματα.
Ο καπετάνιος κουρασμένος
μ’ ένα γελοίο ύφος να ρωτά
σε κάθε περαστική σειρήνα:
«Πού βρίσκεται το λαμπερό νησί
με το βαθύσκιωτο δέντρο της ευτυχίας;».

Ελένη ήταν η ξερή γη και Πέτρος ο ουρανός της,
οι πόθοι τους ξεχείλιζαν τη θάλασσα
και προξενούσαν τρικυμίες.
Δεν ήξερε κανείς τους να διαβάζει την καρδιά
γι’ αυτό ναυάγησαν χωρίς να πουν αντίο.






 Η ισορροπίστρια  της νύχνας

Στήριξε το ένα της πόδι στη μνήμη.
Κλειστά τα μάτια στο σκοτάδι,
χαϊδεύουν οι παλάμες τις πληγές,
πάνω στις κορυφογραμμές ο ήλιος ξεψυχάει,
λειψές οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν.

Μόλις φάνηκες στο περίγραμμα του ήλιου
με τα καψαλισμένα δάχτυλα της μέρας.
Πώς έμαθες να ισορροπείς στις άγονες
γραμμές του ονείρου, στις αιχμηρές γωνιές
του παραδείσου, με τις αυταπάτες γκρεμισμένες
απ’ τα χέρια του εχθρού σου-της σιωπής;

Είπες: «Μαζεύω ευωδιές απ’ άλλες εποχές
καθώς τρυγάω τον πόνο των ανθρώπων
κι ακροβατώ στις επιφάνειες των αστεριών.
Μέσα μου εκρήγνυνται μάταιες πλάκες
-οι μέθες της σιωπής μετά τον οργασμό-
πιο ουσιαστικές αλήθειες κι από το στιγμιαίο
ίλιγγο του θανάτου».

Υγρές αναπνοές στον πόθο της ζωής,
εσύ έσμιξες το δέντρο με τη θάλασσα
κι οι ρίζες σου ποτίστηκαν από την αντοχή
στη μάχη του καημού του ένοχου.
Πώς μπόρεσε η έρημη γη





Λάσκαρης Π. Ζαράρης