Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύγχρονοι ποιητές και ποιήτριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σύγχρονοι ποιητές και ποιήτριες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Τρία ποιήματα ''Ψίθυροι''~''Προσμένοντας''~''Στης ξερολιθιάς τη λήθη'' Της Δήμητρας Δελακούρα



Δήμητρα Δελακούρα


''Ψίθυροι''
Είμαι της άνοιξης, πρωινό.
Διψώ τη φύση και πεινώ,
είμαι μια λεύκα.
Είμ’ αστεριού βέλο – ριχτό,
κι όταν πια σβήσω, ξενυχτώ
κάτω απ’ τα πεύκα.


Είμαι το λίκνο της βροχής,
κι όταν δεν έχω, της ψυχής
κρατώ μια στάλα.
Είμαι κλωνί δίχως ανθό.
Κι όλα τα γύρω μου πενθώ
τα ξένα τ’ άλλα.

Ειμ’ ο καρπός απ’ την ελιά.
Ένα σπουργίτη στη φωλιά.
Βουνήσια ράχη.
Είμαι του κάμπου η λησμονιά.
Είμαι στη βαρυχειμωνιά,
πεσμένο στάχυ.

Είμ’ ένας ήχος μυστικός,
ναός αρχαίος – ελληνικός,
άνεμος είμαι.
Φορώ τ’ αγγέλου τα φτερά.
Βρίσκομαι στ’ άγρια τα νερά,
στις όχθες κείμαι.

Είμαι μια πέτρα σ’ ερημιά.
Μια ξεχασμένη, σ’ αμμουδιά
μικρή βαρκούλα,
κι ‘όταν δεν έχει πια η ψυχή,
ψάχνει να βρει, όπου αντηχεί
λίγη βροχούλα.

©Δήμητρα Δελακούρα
Ηλεκτρονικό βιβλίο
http://joom.ag/0Hpb




''Προσμένοντας''

Άραγε, πούθε να κινάει τούτο της δρόσου αγέρι?
Σε ποιο πηγαίνει, αστέρι?
Ποια θάλασσα και ποια στεριά περνάει δίχως να ξέρει
ποιον αγαπώ, να φέρει? 


Σε ποια του κόσμου αυτή γωνιά, θα παύσει την ορμή του?
Ποιος ξέρει την αρχή του?
Άμα στενάξω «Σ’ αγαπώ» θα κάνει την, φωνή του?
Θα στείλει την, στ’ αυτί του?

Κι αν μπερδευτεί, με των βουνών τα δέντρα τα πελώρια
κι ακούσει: «Ζω πια χώρια» ?
Μην αρρωστήσει και βαριά μου πάθει στενοχώρια
εκεί, στα ξεροβόρια?

Μήπως, θα ‘ταν καλύτερα να τόνε περιμένω?
Το βέβαιο, να προσμένω?
Μήπως, τ’ αγέρι τούτο εδώ δεν θέλει ευτυχισμένο
ζευγάρι, αγαπημένο?

Άραγε, πούθε ν’ αρχινάει τούτο της δρόσου αγέρι?
Ποιος το μπορεί, να ξέρει?
Ήθελα εκείνον π' αγαπώ να πιάσει από το χέρι,
και πίσω να μου φέρει...

©Δήμητρα Δελακούρα
Ηλεκτρονικό βιβλίο
http://joom.ag/0Hpb



Στης ξερολιθιάς τη λήθη
Εγώ…

που τη σκέψη βασάνιζα
μ’ ανθομύρα κι αγάπανθους...
που μελάνι από βότανα
είχε η πένα – φτερό,


που η γραφή – σφυροκάλεμο
πλείστα μάρμαρα σκάλιζε –
πεταλούδες και μέλισσες,
για μι’ αγάπης καημό.

Με θυμάστε, - φαντάζομαι…
μ’ ανθογύρη και πέταλα...
που δινόμουν στον έρωτα...?
Τώρα, δεν έχω εγώ…

Ήρθαν μέρες, - ανάθεμα!
και μου πήραν τα ολάνθιστα,
και τα δέντρα μου πήρανε…
Μην οι λύκοι, ως εδώ…?

κι όλα γύρω τερμάτισαν
και βυθίστηκε η άνοιξη,
τ’ ανθομύρα, τα πέταλα,
κι όλ’ ανέσπερα, εδώ?

Μην τα χρόνια, πια δίσεκτα?
Μη φαντάζομαι, ανάποδα?
Μη τα δέντρα δεν πότισα?
Μην τρελάθηκα, εγώ?

Μην σταυρούς, ονειρεύομαι
και φαντάζομαι, μνήματα?
Μην εγώ, χρόνια πέθανα
και δεν είμαι πια εγώ?

Ή δεν έχω πια δύναμη…
Ή δεν έχω τη δύναμη…
Μήπως είμαι η αδύναμη,
και δεν έχω πια Εγώ?

Θα ξεσκίσω τη σάρκα μου!
Θα γκρεμίσω τα σύμπαντα!
Μα σ’ αυτούς, ούτε υπόκλιση!
Μον’ στον έρωτα, εγώ…

©Δήμητρα Δελακούρα
Ηλεκτρονικό βιβλίο
http://joom.ag/0Hpb






Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

~ Christina Stranta,'Τοπίο σκιών''- ''Αντέχουν ακόμα''






Christina Stranta

'Tοπίο Σκιών''

Αργά κυλάνε τα γεγονότα .
Σχεδόν σέρνονται.
Επιδειχτικά χτυπώ το δάχτυλο στο ρολόι μου.
Να τους πω ότι βιάζομαι.

 Κυλά ο ιδρώτας στο πρόσωπο.
Κυλά και το δάκρυ.
Δε ξέρω τι απ' τα δυό
 με δροσίζει στη λάβα.

Λυσσομανάνε οι αντάρες.
 Μικρή η ύπαρξή μου.
 Αχνή σκιά στο σύμπαν,
 που κάποτε μαζί του θα ενωθεί.

 Κι από τ' αόριστο κάτι,
 συγκεκριμένος χτύπος στο πάντοτε θα γίνει .
Αργά κυλάνε τα γεγονότα .
Σχεδόν σέρνονται.
Ενώ η ζωή σβήνει τις μέρες .
 Μ' ένα φύσημα προβλέψιμο
 στο αχανές τοπίο των σκιών μου.








''Αντέχουν ακόμα'''


Ξοδεύτηκα μέχρι την τελευταία μου ρανίδα.
 Ικέτεψα μέχρι την τελευταία μου προσευχή .
Τώρα δεν έχω τίποτα.
Ακόμα και τις ελπίδες που είχα τις σκότωσα.
Με ζάλιζαν κάθε βράδυ.

Στην απόλυτη ησυχία χτυπούσαν τύμπανα θριαμβευτικά.
Λες και υπήρχε νίκη.
Τώρα μόνο η καρδιά μου χτυπά .
Κι από αντίδραση θέλω να σπάσω όλες τις λάμπες των
δρόμων.

 Να σκοτεινιάσει.
Να χω μιά δικαιολογία για ότι δεν ήρθε.
 Ξοδεύτικα μέχρι την τελευταία ρανίδα.
 Ικέτεψα μέχρι την τελευταία προσευχή.

Γατζώθηκα μέχρι και στον τελευταίο ονειρομίτο μου.
Αλλά ξύπνησα .
Και βρήκα τις λέξεις ορφανές.
 Τις εγκατέλειψε το νόημά τους.
Να μην τις ξαναπροφέρω μου είπαν.

Τότε ζήτησα άδεια να προφέρω μονάχα δύο.
''Ξοδεύτικα'' και '' Ικέτεψα ''.
''Ικέτεψα'' και ''Ξοδεύτικα ''.
Με κείνες ντύνομαι κάθε πρωί.

Με κείνες πλένομαι και χτενίζομαι.
Δεν παραπονέθηκαν ποτέ για τη χρήση τους.
Το αντίθετο μάλιστα.
Με ένα χαμόγελο στον καθρέφτη ,
μου λένε πως αντέχουν ακόμα να
στολίζουν τα χείλη μου...

Christina Stranta




Βιογραφικό σημείωμα
Ονομάζεται Χριστίνα Γαλιάνδρα και είναι κάτοικος Αθήνας. Γεννήθηκε μια μέρα του Απρίλη το 1973. Ασχολείται με την Ποίηση και την στιχουργική . Δείγματα γραφής της κυκλοφορούν στο διαδίκτυο με το ψευδώνυμο Christina Strada. Για κείνη η ποίηση είναι το’’ άπλωμα της ψυχής στα σχοινιά των ανθρώπινων καρδιών’’. Προσφάτως κέρδισε το τρίτο βραβείο σε διαγωνισμό ποίησης Του Πειραικού Συνδέσμου με το περιοδικό Μανδραγόρα με τον τίτλο ''Άτι''. Πράγμα που της δίνει δύναμη και ελπίδα να συνεχίσει την συγγραφή ώστε σε αυτούς τους δύσκολους καιρούς η ψυχή να βρίσκει το καταφύγιό της! Το να αποτυπώνει συναισθήματα, χρώματα και γεύσεις σε ένα άσπρο χαρτί είναι για κείνη κάτι μαγικό!


Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

''Αυλαία''

Τετάρτη,15 Οκτωβρίου 2014

''Αυλαία''

Δεν είναι που χάθηκε η άνοιξη
κι ήρθανε μπόρες
Δεν είναι που γίνανε οι λέξεις
μάρμαρο λευκό
Μήτε η ελπίδα για μια νίκη
πού’σβησε
Είναι οι εικόνες
στα μάτια σου καθρέπτες
Το τέρμα φάνηκε
-είπες-
Μην αγναντεύεις το πέλαγος
χαθήκαν τα χρώματα του δειλινού
Σφάλισε την πόρτα
στους αγέρηδες
Σφάλισε τα παράθυρα
στον ήλιο
Σφάλισε τα μάτια σου
-δεν αντέχω τις εικόνες τους-
Έτσι
Δίχως φώς
Δίχως ήλιο
Δίχως χθές
Δίχως αύριο
Ένα βουρκωμένο σύννεφο
Θα γίνω
Μια ανάμνηση..
ΛΥΡΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ ΑΝΟΜΟΙΟΚΑΤΑΛΗΚΤΗ
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ''ΣΙΚΕΛΙΑΝΑ 2014''
Γ΄ΒΡΑΒΕΙΟ ΡΟΥΛΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ''ΑΥΛΑΙΑ''

Τρίτη, 23 Σεπτεμβρίου 2014

--Εκλεγμένα Ποιήματα --Νεφέλη Ανδριανού ''Με πλαγιαστά Γράμματα...''










                                         Νεφέλη Ανδριανού


                                     Με πλαγιαστά  γράμματα... 




''Ποτέ δεν θα καταλάβω πόση ''ζωή''
                 θα αναλογούσε
                   στον καθένα,

                αν υπήρξαμε ποτέ
             σ' έναν αληθινό κόσμο''
(Ν.Α.)




''Δυνάμεις''




Αισθάνομαι τόσο βάθος .

Είμαι ήδη βυθισμένη χρόνια .

Κοιτάζω τ'άστρα κάποιες νύχτες ,

μιλώ συχνά στη λήθη με τις πίκρες .

Δεν έχει απομείνει νοσταλγία ,

ούτε ποτήρι γεμάτο κρασί

να ζεσταθώ εγκεφαλικά και να χορέψω

στη συγκίνηση ,

πέρα από τον ερχομό της μούσας .

Έρχομαι πάλι

εδώ


σε μια λευκή σελίδα

να βλέπω ένα υποτιθέμενο

τέλος

που σχεδίασα
έτσι σπουδαία
ανώφελο.

Το σκοτάδι άπλετο παραμένει στο χρόνο

αλλά στέκει επίμονα η φωνή που λέει

"θα υπάρξει

επόμενη μέρα ".



''Εποχή''

 

Ποτέ μου δεν μίσησα το άφταστο .
 Ήταν το δηλητήριο που χρειάστηκα για λίγο
στη μετάγγιση της ευαισθησίας μου.
Μα,

όταν φύσηξε το πρώτο Φθινοπωρινό αεράκι ,

άλλαξε η όψη του βιβλίου

της ζωής μου

στην ενθύμηση
απλά,
 μιας άλλης περασμένης εποχής .





''Δεν είμαι''



Δεν είμαι δέντρο να στέκω ,

αγέρας να τριγυρνώ ,πάντα ,

φωτιά να ερωτευτείς

είμαι νερό

που απομακρύνεται,
εκεί που απλώνεται η ψυχή

των παθών σου.


Είμαι τα πάντα όσο θα είμαι και το τίποτα,


δεν ,
είμαι.





''Μετά''


Ζω,για κάθε συγκίνηση  
με  πλαγιαστά  γράμματα 

Και αποζητώ αγγέλους χρόνια .

Με προλαβαίνουν,


όταν τα χάνω και τρέχω με μανία στην καταστροφή .

Δεν αρνούμαι

την ύπαρξη

δυνάμεων που ίσως να ΄ναι δίπλα μου ,

ακόμα και τώρα.

Κάπου αόρατες
αιωρούνται .


Αισθάνομαι μια αγκαλιά

στην ανησυχία

κάθε βράδυ πριν

σβήσουν τα μάτια .

Το πρωί που φτάνει ,

ατενίζω πάλι το άσπρο φόντο

που μου υπενθυμίζει πως μπορώ να κοιτάξω βαθιά μέσα στις λέξεις μου

και να σώσω

τον εαυτό μου.


Κοιτάζω σε κείνες και βλέπω ότι πέρασα από τα πλανέματα στην ύπαρξη .

Πάλι γύρισα
δέκα χρόνια ,
πίσω.


Στο μετά.

''Κοίτα ψηλά''

 

Η ταραχή της τελειότητας

είναι το καλόγουστο όπλο της ύπαρξής σου.

Ένα ιδιαίτερα ψηλό δέντρο όπου οι ρίζες του

μπλέκονται στην ταχυπαλμία

στο έρεβος της ανάσας.


Κάνε ένα βήμα


για να δεις μια καλύτερη μέρα.


Αν θες να ζήσεις ,
γύρνα την πλάτη

στις (φθηνές)
καλημέρες τους.


''Εφηβεία''


Υποστηρίζω την ευτυχία ,
την αλλαγή

θυσιάζοντας τη γαλήνη της σκόρπιας ψυχής μου ,

σε κάποιους ξέχωρους στίχους ,
πλάι στην ανήσυχη πλευρά μου .


Βάφω τους τοίχους με χρώματα ,
σκιές της μοναξιάς ,
των παθών ,

στην ψυχοσύνθεση μιας ματιάς

προς το αιώνιο ,των αγγέλων .

Αμήν.


            
''Αντιστροφή''

Ω, πάλι ,αμαρτία!

Εκεί στο ήρεμο φως  όπου έρχεται η μέρα να σαρκάζω οτιδήποτε έχει να κάνει με έρωτες και αγάπες

μετά από λίγες ώρες ,
θα παλεύω με τον πονοκέφαλο ,
με το στομάχι μου ,

χορεύοντας

με τις απουσίες ,

οι οποίες ήταν προδιαγεγραμμένες,
 απ’ όταν γεννήθηκα.


''Ευφορία''


Το μυαλό μου θα καλπάζει ,

στους στίχους ,στα σενάρια της φαντασίας.


Πνίγομαι μες στον καπνό .
Μα έχω αρκετή καφεΐνη και αισθάνομαι ασφάλεια ,

ψυχική .

Σωματικά πρέπει να δακρύσω ,
να μένω ήρεμη ,

αλλά δεν…

Σπαράζοντας,
τραινάρω λίγο το χρόνο ,

να ζήσω το ξύπνημα όπως μου πρέπει .

Είμαι πιο χαρμόσυνη και ενεργετική δίχως πρόγραμμα.

Πιο αληθινή ,

πιο ντροπαλή ,

στην πλάνη μου ,

καθορίζω το μέλλον.


Αλλά αισθάνομαι κάτι να με πνίγει ,

από την εξάρτηση της ζωντάνιας.

Μια δύσπνοια. Μια αυταπάτη.

Ω, ψυχοσωματικό,

έρεβος ή ευτυχία ;


«Φωνάξτε φωνές μου ,δυνατά!»


Τα χέρια έχουν αποκτήσει φτερά.

Έτσι θέλω να τα βλέπω,
να τρέμουν.

Για να θυμάμαι τα ελαττώματα μου.


































                       


                                                                                   
                          


                          


















 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Ευφροσύνη  Μαντά  -Λαζάρου
''Ναρκοσυλλέκτρια ''

1.Μου ακουμπάνε κάποια  μυστικά
και μου λένε κράτησέ τα!
κι εγώ τρομάζω 
γιατί μου δίνουν να φυλάξω μια βόμβα
που επιθυμώ να εκραγεί.

Καρφώνοντας στον τοίχο μια πινέζα κατανόησης.
Κι εγώ θέλω να εκραγεί  σαν ήλιος
να κάψει κι άλλα μάτια
ν'ανοίξει κι άλλες καρδιές
να μιλήσουν κι άλλα στόματα.
Να μην είμαι μόνη.



2.Πονούσα.
Μέσα μου
 δίχως εικόνες λέξεις
 έφυγαν 

ελάτε πίσω, τις καλούσα, ελάτε μέσα μου
μιλήστε
ο γδούπος τους κενός του πουθενά
 και δίχως  λόγια πύκνωσε ο θάνατος

Ο κόσμος τι; Που η ζωή;
Έξω και δίχως κρότους.



3.Τις  νύχτες επιστρέφω   στο σπίτι.
Στην πόρτα δε με περιμένει κανείς.
Κάθονται μέσα οι δικοί μου άνθρωποι
υπερβολικά ήσυχοι  για να είναι πιστευτό.

Ήρθες λοιπόν; ρωτάνε αμέριμνα τάχα.

Η τηλεόραση όμως τους προδίδει.
Όσο απουσιάζω παίζει στο κανάλι των έκτατων γεγονότων.
Μόλις  εμφανιστώ 
λες και ένας κρυφός χρονοδιακόπτης συνδέεει το σώμα μου 
με τη συσκευή .

Αρτιμελής! Δεν είναι θαύμα;



ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ   ΜΑΝΤΑ ΛΑΖΑΡΟΥ
από την ποιητική συλλογή,''Ναρκοσυλλέκτρια ''


Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Ζαράρης Π.Λάσκαρης

Τρία  Ποιήματα  ,του Λάσκαρη  Ζαράρη








Οι παραμένοντες


Το φρούριο τι γλώσσα να εκφράσει
ποιο σκοπό να τραγουδήσει τώρα
που γδύνεται σιγά-σιγά μπροστά στα μάτια μας;
Εκεί που μέναμε κλεισμένοι για να μην προδοθούμε,
ίσως το άγγιγμα αλλιώτικου ανέμου να μας φόβιζε
ίσως η πίστη στα ιδανικά μας να μας έδενε
και μια σημαία χρόνια και χρόνια
στις πολεμίστρες μας ξεθώριαζε,
κάθε κυματισμός και η ψυχή μας…
στην ψευδαίσθηση.

Τόσο οι πονηροί εχθροί μάς παράβλεψαν
που δεν πλησίαζαν το φρούριο
ούτε να μας αγριέψουν σκόπευαν.
Τα σχέδια του πολέμου κιτρίνιζαν
μέσα στις στάχτες της ελπίδας τους
και η αγάπη μας ήταν φτιαγμένη από σίδερο.

Εσύ έφυγες πρώτη και δέκα χρόνια αντιπαλεύεις
τα χώματα, τα αισθήματα
τον ήλιο ρωτάς που παίζει με τα κύματα
τον ψίθυρο της θάλασσας αρπάζεις
να νιώσεις και πάλι τα ατίθασα φιλιά μου
και η φωνή σου
με τη φωνή των επίγειων απολαύσεων σμίγει.

Ένα παλικάρι μες στη νύχτα ούρλιαξε·
ακούστηκε στις πιο απόμακρες γωνιές του ουρανού
αποχαιρετώντας όλα αυτά τα αγαπημένα
μα επώδυνα, βούτηξε, δεν περίμενε.
Ήταν η πρώτη απώλεια που σ’ έθλιψε·
ένας απ’ τον κόσμο που άφησες
τώρα απέναντί σου.                         


Μια συνηθισμένη ιστορία

Η  Ελένη· η άβυσσος άκουγε τη φωνή του
συχνά είχε μια παράξενη μελωδία.
Ο Πέτρος ήταν σαν το πουλί που άφηνε
το δέντρο του για να πετάξει μακριά
σε απάτητα σημεία, όπου η ανάσα
δυσκολεύεται και το γαλάζιο σε συνθλίβει.

Πέτρωσε ο Πέτρος σαν τα βράχια, σαν τις λέξεις
μια άλλη ιστορία αγάπης να ξεγράφεται
στο χώμα της Ελένης.
«Δεν ερμηνεύονται τα χρόνια από ψηλά
τα σκοτεινά σημεία της ζωής μας»,
είπε η Ελένη και δάκρυσε κόβοντας
ανθισμένα λουλούδια.
Ένα σύννεφο πόνου κατέβαινε στην ψυχή
τραγουδώντας στο σώμα που αλλάζει πορεία.
Κάναμε δίκαιη μοιρασιά στον ήλιο
μα τον βάλαμε σ’ ένα καράβι
που μετέφερε πλαστά νομίσματα.
Ο καπετάνιος κουρασμένος
μ’ ένα γελοίο ύφος να ρωτά
σε κάθε περαστική σειρήνα:
«Πού βρίσκεται το λαμπερό νησί
με το βαθύσκιωτο δέντρο της ευτυχίας;».

Ελένη ήταν η ξερή γη και Πέτρος ο ουρανός της,
οι πόθοι τους ξεχείλιζαν τη θάλασσα
και προξενούσαν τρικυμίες.
Δεν ήξερε κανείς τους να διαβάζει την καρδιά
γι’ αυτό ναυάγησαν χωρίς να πουν αντίο.






 Η ισορροπίστρια  της νύχνας

Στήριξε το ένα της πόδι στη μνήμη.
Κλειστά τα μάτια στο σκοτάδι,
χαϊδεύουν οι παλάμες τις πληγές,
πάνω στις κορυφογραμμές ο ήλιος ξεψυχάει,
λειψές οι αναμνήσεις ξεθωριάζουν.

Μόλις φάνηκες στο περίγραμμα του ήλιου
με τα καψαλισμένα δάχτυλα της μέρας.
Πώς έμαθες να ισορροπείς στις άγονες
γραμμές του ονείρου, στις αιχμηρές γωνιές
του παραδείσου, με τις αυταπάτες γκρεμισμένες
απ’ τα χέρια του εχθρού σου-της σιωπής;

Είπες: «Μαζεύω ευωδιές απ’ άλλες εποχές
καθώς τρυγάω τον πόνο των ανθρώπων
κι ακροβατώ στις επιφάνειες των αστεριών.
Μέσα μου εκρήγνυνται μάταιες πλάκες
-οι μέθες της σιωπής μετά τον οργασμό-
πιο ουσιαστικές αλήθειες κι από το στιγμιαίο
ίλιγγο του θανάτου».

Υγρές αναπνοές στον πόθο της ζωής,
εσύ έσμιξες το δέντρο με τη θάλασσα
κι οι ρίζες σου ποτίστηκαν από την αντοχή
στη μάχη του καημού του ένοχου.
Πώς μπόρεσε η έρημη γη





Λάσκαρης Π. Ζαράρης





Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Νεφέλη Ανδριανού .''Δι' ευχών''





"Δι' ευχών"

Kάποια νύχτα
θα είναι τόσο γλυκειά
όλες οι αναμνήσεις θα έρχονται στο φως του τραπεζιού σου.
Θα είμαστε μαζί.
Κάποιος στεναγμός θα ακουστεί κρατώντας την καρδιά σου.
Θα 'μαι ακόμη πιο μακριά σου.
Ένα δάκρυ ,θα σκορπιστεί στου αγαπημένου Φθινοπώρου
τις αμηχανίες ,
τότε που μόνο το χέρι δώσαμε και έμεινα κάτω από την πορφύρα
στη μέση της ΑΘήνας να φοβάμαι σα παιδί.
Σ'αγαπούσα.
Μαζί ήμασταν .
Ο χρόνος ,ο χρόνος να μη σταματούσε ...
Η πιο μεγάλη προσευχή σε ότι Θείο μπορούσε στο νου μου να υπάρχει.
Το κεφάλι μου πεσμένο από ντροπή,
πως να σε κοιτούσα ,
πως να σου μιλούσα
να έλεγα πως είσαι όλη μου η ζωή ;
Mόνο για σένα θα γεννιόμουν διαφορετική.
Θα ξαναερχόμουν ως κάποια άλλη.
Όσο απίστευτο και αδιανόητο ,
εγώ ,το πεταμένο φόρεμα της θλίψης
να νιώσω ,
ένιωσα και παραπάνω.
Αυτή η δυστυχία ξεμάκραινε .
Χειμώνες που άκουγα τη μουσική της βροχής .
Μας ένωνε .
Και στο δικό σου το βλέμμα υπήρχε μια γοητευτική θλίψη.
Αυτό ,το υπέροχο που σε ποίημα ,ανίκανο να εκφραστεί.
Αυτό ,για το οποίο θα πέθαινε μια γυναίκα.
Από ευτυχία η μαρασμό.
Και εκεί μαζί ήμασταν.
Με τις αφές πάνω στη σκέψη σου.
Ξενυχτούσα ,διασκέδαζα βουβά μόνη
μα δεν με ένοιαζε.
Νόμιζα ότι ήμουν στην απέραντη θάλασσα της ανούσιας ζωής
της καταραμένης κοινωνικής κατάστασης.
Και σ'αυτά συμφωνήσαμε.
Μου ζήτησες να μη σ'αγαπώ
δίχως τα λόγια να φωνάξουν
πάλι μαζί βρεθήκαμε.
Έπαψα να σ'αγαπώ,
όχι γιατί δεν θα ήθελα για πάντα να σ'αγαπώ
Γιατί μου το ζήτησες.

Νεφέλη Ανδριανού
 (16/8/2014)

Κυριακή, 10 Αυγούστου 2014

Κατερίνα Κανάκη Αξούγκα

Κατερίνα Κανάκη Αξούγκα



 ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  της  Κατερίνας Κανάκη  Αξούγκα





  1. Η ΔΙΚΗ  ΜΑΣ  ΘΑΛΑΣΣΑ

Εμείς τη θάλασσα τη ζήσαμε
με φόντο τα όνειρά μας.
Τότε, που στους κρυφούς μας έρωτες
τα λόγια σιγοντάριζε τα μεθυσμένα.
Ήταν που ψάχναμε το τραγούδι
και μια σκηνή να στήσουμε τους ρόλους.
Την προτιμούσαμε τις ώρες τις μικρές,
στην άνεση ενός μονόπρακτου γαλάζιου ή
τις μεγάλες ώρες, στην ασημένια αχλή της,
για να γητεύουμε τους όρκους μας,
τάχα πως θα κρατούσαν αιώνια.
Τις ώρες της οχλοβοής
ο εαυτός μας έχανε τη συγχορδία.
Μα σαν ερχόταν η στιγμή,
για πολλοστή φορά να ζήσουμε τον έρωτα,
τις ήσυχες της αμμουδιές μας πρόσφερε αυλαία!








 

ΕΔΩ ΘΑ ΜΕΙΝΩ

Ό,τι κι αν γίνει
εδώ θα μείνω.
Στην όχθη της μεγάλης σφαγής
να ραίνω με λέξεις
τους βίους αγίων ναυαγών.
Στο μονοπάτι των πανιών
τα κύματα με λόγο
να σελώνω.
Ιέρεια στα ερείπια
μιας άγνωστης Παλμύρας
το φιλιωμό των στίχων
που με πρόδωσαν
αντίδωρο στο θάνατο
να υψώνω.
Εδώ θα μείνω.
Σβώλος στο πατημένο χώμα
που ποιητές τραγούδησαν
για να 'μαι μέσα σ' όλα
όσα αγάπησα.


















2.Mε στόματα πικρά
της ένδειας μετρούσαμε αιώνες.
Του ονείρου πλάθαμε σκιές
για να μας συντροφεύουν.
Υάδες με τον ύσσωπο κατέβρεχαν
τα χείλη μας τραχιά από τον άψινθο.
Ιέρειες τις σάρκες μας τεμάχιζαν
αρχαίες αμαρτίες καταβρόχθιζαν.
Και ο θάνατος,
του χρόνου μας γλύπτης παράφορος,
αιώνιες απορίες της ζωής μας
έθαβε.

  Κατερίνα Κανάκη Αξούγκα

Τετάρτη, 6 Αυγούστου 2014

''ΡΕΜΒΗ'' ΑΝΤΩΝΗς ΠΕΡΔΙΚΟΥΛΗς


ΑΝΤΩΝΗς ΠΑΡΔΙΚΟΥΛΗς






ΡΕΜΒΗ
                                
Ρέμβη  της καλοθάλασσας
Όλα τρελός βοριάς
Ύπνος σα θάνατος γλυκός
Λεμόνια μοσχομέδουλα
Αλώνουν την ψυχή μας       

Αντώνης Περδικούλης
                                    

Παρασκευή, 18 Ιουλίου 2014

ΑΝΤΩΝΗς ΠΕΡΔΙΚΟΥΛΗς

                                                            ΑΝΤΩΝΗς ΠΕΡΔΙΚΟΎΛΗς

                                                   
                                           ΑΝΑΠΑΜΟΣ
                                               
                                           
                                   
                                            Ιερή Μνήμη Μητέρας
                                           
                                    Το πρόσωπό σου ανάβρα φώς
                                     Στο χώμα σαν αποκοιμήθης
                                     Σε ονείρου το ταξίδεμα λαμπρό
                                    Θάμπος γλυκό αυγουστιάτικο
                                     Σού  φέρνει αγέρ’  αναπαμό
                                     Σού ψάλλει με τη λύρα και μ’ ανθό..
---------------------------------------------------------------------------------------------------
                                           Ρ   Ε  Μ   Β   Η
                                           Ρέμβη της καλοθάλασσας
                                           όλα τρελός βοριάς
                                           ύπνος σα θάνατος γλυκός
                                           λεμόνια μοσχομέδουλα
                                            αλώνουν την ψυχή μας..
                                                 Αντώνης Περδικούλης
                                                   (<<Θλίψης Τρόπαια>>
                                                             
                                                              

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

ΛΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ





  • Τρια ποιήματα  της Λίας Νικολαϊδη



    ΑΛΦΑ
    Σ ένα Α συρρικνώθηκε η ζωή μου.
    Στο Αγαπώ ,
    στην Απουσία,
    στο Α στερητικό.
    Ακόμα και τ’ όνομά μου
    ένα Α που το Αρνήθηκα
    πεισματικά από παιδί.
    Αρκούμαι.
    Αρνιέμαι.
    Απορρίπτω,
    Απορρίπτομαι.
    Ρήματα σε παθητική
    ή ενεργητική φωνή
    που απελπιστικά
    Aπερημώνουν το εντός μου.

    ΑΠΕΤΑΞΑΜΗΝ
    Μάταια προσπάθησα να προσπεράσω
    την αμαρτωλή μου φύση,
    όλα τα όχι και τα μη
    τις αδυναμίες και τα πάθη
    τα πρέπει και τα θέλω
    που εντός μου
    μπεκροπίνουν
    σ’ εκείνο το χαμαιτυπείο
    που συχνάζω από παιδί.
    Έτσι, άλλαξα φουστάνι,
    έβαψα τα μαλλιά μου κόκκινα,
    φόρεσα μαύρα γυαλιά,
    για να είμαι αγνώριστη
    σε γνώριμους παλιούς,
    μα εκείνοι πάντα με ακολουθούσαν,
    πάντα μ αναγνώριζαν
    ανάμεσα στο πλήθος.
    Προσπάθησα την αμαρτωλή μου φύση
    ν’ αποτάξω
    μα κατέληξα να φωνάζω
    απεταξάμην
    στο φανοστάτη
    που καίει ολονυχτίς,
    και στους παλιούς μου γνώριμους
    και σε σας
    φωνάζω
    Απεταξάμην…
    ( Κατάλαβα στο τέλος
    πως ακόμα και τον ίδιο μου το εαυτό
    ήθελα να αποτάξω
    μα στο τέλος κατάφερα
    να προσθέσω
    ένα ακόμα αγκάθι στο πετσί μου)



  • ΚΙΤΡΙΝΗ ΖΑΚΕΤΑ
    Την έβαλα εχθές το πρωί
    για να μη ξεχωρίζω μέσα στο πλήθος,
    για να είμαι αόρατη στις ριπές
    των πυροβόλων όπλων,
    για να μη με αναγνωρίζουν
    οι ελεύθεροι σκοπευτές
    που κρύβονται στις σκιές
    υποκρινόμενοι τους φίλους
    τους αδερφούς , τους εραστές.
    Φόρεσα τη κίτρινη ζακέτα,
    -εκείνη που μου χάρισες-
    κι έφυγα...





  • Λία Νικολαϊδη

ΓΙΩΡΓΟς Θ.ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟς





Τρία ποιήματα του Γιώργου Θ.Γιαννόπουλου


Όμορφιά

Τ' αεράκι που μας συνεπήρε,
γαλάζιου πλανήτη πνοές,
νότισε το δέρμα σου
με την αλμύρα της νιότης

η ομορφιά σου,
κατάρα κι ευτυχία
που ξέπλυνε η λήθη,
στις σπηλιές του Άη-Στράτη.


Το  μπαλαούρο της ζωής

Μιά  λέξη μιά ελπίδα
ένα λευκό πυρκαγιά
ένας έρωτας θάνατος
ένα ταξίδι πράσινο
ένας στίχος κλάμα νεογνού
μάρμαρο γενέθλιο
φως


Κατακλυσμός

Λιώνουν τα χιόνια
των νεκρών
η πίκρα
 άρωμα

Απάνεμος ύπνος
γυναικών
γεφύρι
σε κατακλυσμό τσιγγάνων.

Αρκεί μιά στιγμή
στο φως
ανοίγει
ο ενσαρκωμένος τους
έρωτας.


Γιώργος Θ.Γιαννόπουλος
(από την ποιητική συλλογή ,Το Θέρος Των Βροτών.'')

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014



 Τρία  ποιήματα  του Γιώργου  Μανέτα


Δεν ήρθε…

Δεν ήρθε στ’ όνειρο και δεν κοιμάμαι.
Μήπως ναυάγησε μέσα σ’ αυτό?
Είχαν τα μάτια της στεριά, θυμάμαι.
Σ’ αυτήν ευχόμουνα πάντα να βγω.

Μετρώ στους χάρτες μου στεριές, μιαν άκρη.
Τ’ αστέρια λάθος μου που τα μετρώ.
Μήπως σπαράγματα βράχων και μάκρη
μου τήνε κρύψανε, στεριά μη δω?

Νύφη μη ντύθηκε, σαν τη σελήνη,
και στ’ αφροσκέπασμα δεν τη θωρώ?
Χλωμή από θάνατο, δεν θέλει εκείνη
τον ίδιο θάνατο, να νιώσω εγώ?

Γιατί τα μάτια της λάθος θυμάμαι?
Θάμπωσε τ’ όνειρο και τα ξεχνώ?
Ας ήταν στ’ όνειρο κοντά της να ’μαι
κι ας βυθιζόμουνα κι εγώ σ’ αυτό.

©Γιώργος Μανέτας


Έτσι…

Έτσι, όπως θάμπωσε η σελήνη,
με κείνο, το χλωμό – κίτρινο φως…
Να ’ταν ο πόθος μου κρυφός,
μόνο για κείνη…?

Έτσι, όπως γνώρισα τ’ αστέρια,
και το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού…
Να ‘ταν η ομίχλη του πρωινού,
η τόσο αιθέρια…?

Έτσι, όπως γνώρισα την πλάση -
και αυτή μου η πίκρα να γραφτεί…
Να ‘ταν η κτήση να χαλάσει,
χωρίς αυτή…?

Έτσι, όπως μίλησα στο γλάρο,
κι απάντησε με μια κραυγή:
Να ‘ταν, μαζί μου να σε πάρω,
χωρίς αυτή…?

Έτσι, όπως στάλαζε η βροχούλα,
και σκέψεις έρχονταν στο νου…
Nα ‘ταν η ανάποδη βαρκούλα,
κάποιου αλλουνού…?

Κι έτσι, όπως θάμπωνε η σελήνη,
με κείνο, το χλωμό – κίτρινο φως…
Έγιν’ η Θάλασσα καημός…
Έτσ’ είναι κείνη…!

©Γιώργος Μανέτας

Άλιος γέρων

Ας υποθέσουμε
Πως ο ήλιος εξώθησε, ή γκρεμίστηκε, πέρα!
- Τι μικροί θα φαινόμασταν των εκείνων στιγμών…
Των αστέρων που θα 'σβηνε, η πολύφωτη βέρα,
θα θρηνούσε στα δάχτυλα των λαμπρών ποιητών.

Πως η νύχτα ξεχάστηκε, πως λησμόνησε η μέρα.
Πως η φύσις αντέδρασε σε μια κάποια πληγή.
Πως οι κόρες γεννήθηκαν σε μιαν άκαρπη σφαίρα.
Πως τα δέντρα μαράθηκαν μες στην άνυδρη γη.

Ας υποθέσουμε
Πως τα σπίτια μας πέσανε, πως οι γιοι μας πεθάναν.
Πως αυτοί που γνωρίζαμε, δεν υπάρχουνε πια.
Ίσως, κάποιοι, που μείνανε, να ρωτήσουν: Τι κάναν?
Δείξτε τη μας, την άχρηστη, την εκείνη γενιά.

Πως κι εκείνοι, πεθάνανε. Πως πρωτόζωα ξανάρθαν.
Πως ο ήλιος, λαμπρότερα θα φωτίσει τη γη.
Μα… Τα μίση, τα πάθη μας, φονικά που ματάρθαν
έτσι, αέναα θα σκόρπιζαν πάλι αυτή τη ζωή...

Ας υποθέσουμε
Πως εσένα, που αγάπησα, να μη θέλουν να υπάρχεις.
Πως οι λέξεις πια στέρεψαν, κι ίσως, ίσως κι εσύ.
Όμως, πάντοτε, Θάλασσα, την αγάπη μου θα ‘χεις,
και υποθέτω, θα ζήσουμε, έτσι πάντα μαζί!

©Γιώργος Μανέτας


Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Δημήτρης Π.Κρανιώτης

  




Τρία  ποιήματα ,του Δημήτρη .Π. Κρανιώτη





ΕΚΔΙΚΗΣΗ

Κουράστηκες,
γέρασες
παράξενε ξυλοκόπε.
Τα κούτσουρα
σε γέρασαν,
που τη ζωή τους
έφαγες.
Τα νιάτα σου
φαγώθηκαν,
αυτά σου τα ρημάξανε.
(από τη συλλογή'' Ίχνη''


ΤΡΕΛΛΟΙ ΚΙ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΙ

Της κόλασης
λοξές ματιές
γίναμε κομπολόι,
να παίζουν
και να χάνουνε
τρελοί κι ονειροπόλοι,
που δεν ζητούν
να παραδοθούν
σε λογικής επιθέσεις,
μα δυνατά γελούν
και μονολογούν
ως άλλοθι ενόχων.

(από την ποιητική συλλογή ''Ενδόγραμμα''



ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ

Προφταίνω να φύγω,
μα υπομένω,
σαν κλάδεψα
λίγα χρήματα
για ''μπρέκφαστ ''
αναψυχής.
Μάταια διακόπτω
τον ειρμό μου
με ''τάιμ άουτ''
κι απρόσεκτα
θερίζω το χρόνο.
Με ποινές
παντός καιρού
τον αποκαθηλώνω.

Δημήτρης Π.Κρανιώτης (από ανέκδοτη ποιητική συλλογή )