Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η ΤΕΧΝΗ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Τρία Ποιήματα,Του Μανώλη Μεσσήνη

                                                 


Μανώλης Μεσσήνης

''Σταγόνα''
.
Σταγόνα που έπεσες στη γη
και κύλισες χαράσσοντας διάφανη ρωγμή
στην πέτρα, στο χώμα, στ’ανθρώπινο κορμί –
και στη φωτιά ακόμη,
ποια υδρία τ’ουρανού σε γέννησε
να τρέχεις του κόσμου τούτου τα αισθητά;
.
«Έρχομαι από του απείρου το κρυφό ψιθύρισμα
όταν των πραγμάτων η οιμωγή ψάλλει τη φλογισμένη δίψα
.
»Από τις μήτρες των κόσμων έρχομαι
και τις ακύμαντες από ψηλά φωτιές,
όπως εσύ τις νιώθεις
.
»Έτσι γεννήθηκα, δίχως σπέρμα, σε άρρητο χρόνο
Χωρίς να ξέρω το πέσιμό μου πού κυλά και πού καταλαγιάζει
.
»Το χάδι μού είναι άγνωστο, ούτε από πουλιού φτερό,
κι ας είμαι αυτό που τη φύση και τα γεννήματά της λυτρώνει
Ποτέ δεν ένιωσα το σκίρτημα, το σαν κιθάρας – λυγμικό,
που καθώς λένε μοιάζει του ανθρώπου τόσο
.
»Άκου κι αν δεν πιστεύεις κοίταξε
- σε όλες τις εποχές,
τη νύχτα
την ημέρα -
σαν κυλώ από ψηλά
πόσο η θλίψη μου ταιριάζει
πιο πολύ και απ’τη χαρά
και απ’το φως που είναι το ιδανικό σου
Η μοίρα μου είναι σαν την πάχνη,
να κρύβω τη χαρά, μα και τη θλίψη,
δίχως να ξέρω από πού η φύση μ’έχει πλάσει,
από ποια άκρα μεθόριο ξεκίνησα πατρίδα,
όπως εσύ, έχω ζωή κι όμως δεν έχω μοίρα…
.
© Μανώλης Μεσσήνης




                        ***
''Του γλάρου το κόκκινο μαντήλι''

Σκότωσαν τον γλάρο καθώς πετούσε
πάνω απ’των ονείρων του το μπλε,
και μαζί τη διάφανη χαρά του
Έμοιαζε λιπόθυμος μες στη γαλήνη
κρατώντας το κεφάλι του ψηλά
σαν κάτι να περίμενε,
και τα λευκά φτερά του
ξανοίχτηκαν στη θάλασσα
με τόση δύναμη
που αναστατώθηκε ο βυθός της
Αφροί τον κύκλωναν και πάνω τους
ξεδίπλωσε το κόκκινο μαντήλι του
Τον είχαν πληγώσει
τούτη τη φορά θανάσιμα…
Σκέπασε τους λευκούς αφρούς
το κόκκινο μαντήλι του,
κι όλη η θάλασσα
κι όλα τα βράχια αντίπερα
φόρεσαν το κόκκινο μαντήλι του…

© Μανώλης Μεσσήνης

              ***
''Ένα όχι...''

Τώρα
που έτοιμη είναι η ψυχή μου
στο χώμα να σκορπίσει και
σέρνομαι σαν φίδι πάνω στο κορμί της γης
.
τώρα, που κρέμομαι απ’το έσχατό της
σαν παιδί που κύλησε, μα πιάστηκε απ’τα γείσα
μιας στέγης, - τώρα
που είμαι έτοιμος στο χάος να εκσφενδονιστώ,
.
τώρα, που ένιωσα πόσο άδειασα
τα όνειρα απ’τη ζωή μου,
.
ψηλαφώ με πληγωμένα δάχτυλα
τις μνήμες, που τρομαγμένες φωλιάζουν
κάτω απ’την κάθε πέτρα της πορείας μου,
τις νιώθω παγωμένες σαν τα φίδια
ν’αναδεύονται κουλουριασμένες
μ’ένα σφύριγμα γεμάτο περιφρόνηση
.
Ω ερινύα, το δάγκωμά σου
σαν ένα δάκρυ αιμάτινο που στάζει
Τι ήμουν; Το Ναι,
που σώθηκε σαν λυχναριού το λάδι
.
Τώρα που κρέμομαι απ’της γης τα χείλη
σαν μια σταγόνα από’να φύλλο,
λαχταρώ
να ήμουν ένα Όχι ειπωμένο
σαν από μικρού παιδιού τ’αλύγιστό του μπράτσο
.
.
© Μανώλης Μεσσήνης




Βιογραφικά στοιχεία:
Μανώλης Μεσσήνης

Δευτέρα, 22 Σεπτεμβρίου 2014

     

 

                                  Χάρης Μελιτάς

 10 ΧΑ''Ι''ΚΟΥ

 

Κυριακάτικο Ποίημα

Πως να  ξορκίσω
το τέρας της Δευτέρας;
Τρώει τις λέξεις. 




 Η  Σφαίρα

Πόσο θ' αντέξω 
μονάχη  μου στην κάννη;
Πυροβόλησε.




Δίλημμα

Βρήκα μια πόρτα

στο τέρμα  της λογικής.

Να την ανοίξω;

   



Η Εκποίηση του Ενεστώτος

Πωλείται χρόνος
πλήρους απαξίωσης.
Κάτω του κόστους. 










Ο Άλλος

Γύρισα σπίτι
να βρω τον εαυτό μου.
Δεν με γνώρισε. 









Κομμάτια

Μην κουβεντιάζεις
με σπασμένους καθρέφτες.
Λένε αλήθεια. 







Living  Theater

Άλλαξε  ρόλο
η ελπίδα στη σκηνή.
Πεθαίνει πρώτη. 












O Ποιητής

Άλλοι φυλάνε
το κρίμα σε θυρίδες.
Εγώ  στις λέξεις. 










Έκλειψη Σελήνης

Ένα φεγγάρι
λουζόταν στα μάτια μου.
Πριν με προδώσει. 









Κόκκινη Κλωστή

Ράβω στο νου μου
μια  φορεσιά του κόσμου
Να τον αλλάξω .




ΧΑΡΗΣ  ΜΕΛΙΤΑΣ

Πέμπτη, 7 Αυγούστου 2014

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης''Η Τέχνη του Λόγου''


 Τρία  Ποιήματα του  Βασίλη Παπαμιχαλόπουλου 









ΣΥΜΠΛΗΓΑΔΕΣ
Όπως άνοιξαν θα ξανακλείσουν
οι συμπληγάδες πέτρες.
Μονότονα. Ξανά και ξανά.
Όμως η αιωνιότητα,
δεν πλήττει ποτέ με την επανάληψη.
Πάντα έχει όλο τον καιρό μπροστά της.

Για εμάς όλους ανησυχώ
που δε θα βρεθεί κανείς να στοιχειοθετήσει
έστω ένα ελάχιστο ελαφρυντικό.




ΑΝΑΤΟΛΗ
Έτσι για να γεννηθεί η μέρα
βάφεται το σύμπαν όλο,
ματώνει η Ανατολή.
Και να σκεφτείς
μόνο από ένα-δυο σφαγμένα σύννεφα
στα γόνατα του ήλιου.

Όμως,
μην το φοβάσαι τούτο το παιχνίδι.
Στα ψέματα γίνεται πάντοτε καρδιά μου.
Είναι τόσο αθώος ο ήλιος στην Ανατολή
που τα παιδιά των άλλων μόνος του τα μεγαλώνει.
Τόσο αθώος!



ΠΑΛΙΜΨΗΣΤΟ

Κάτω από τούτο το μετέωρο βήμα ήρθα
και κάτω από το ίδιο θα φύγω πάλι.
Ανάμεσα στην προϊστορία
και την πραγματική ιστορία του ανθρώπου.
Μη σας ξεγελά η πένα και το χαρτί που σημειώνω.
Πολύ πιο γρήγορα θα αφανιστούν
από το σκαλισμένο βράχο.
Κι αν επιμένω τόσο γράφοντας δεν είναι παρά γιατί επιθυμώ
να πιστοποιήσω και επίσημα ετούτη τη φθορά.
Το μόνο βέβαια που με τρομάζει
σε εκείνη τη μακρινή μου απουσία δεν είναι η έλλειψη της σκέψης
αλλά η οδύνη της ψυχής μου
όταν κληθώ να εξηγήσω από μνήμης
πώς γραφόταν η ειρήνη ή η αγάπη.


ΠΑΠΑΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟς ΒΑΣΙΛΗς

Σάββατο, 2 Αυγούστου 2014

Νεφέλη Ανδριανού


  ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΗς  ΝΕΦΕΛΗς ΑΝΔΡΙΑΝΟΥ











ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ


(Τι κι αν τα δειλινά ,θα περνάνε μπρος μου)

Tα πολλά συναισθήματα
άφαντες αποχρώσεις κάκιστων λάμψεων
μα λένε
η απλότητα του κόσμου απλόχερα ομορφαίνει
στον ιδανικό κόσμο των τεράτων.

Στης μελωδίας
άχαρο το όλο που αγαπούν

ποιον ενδιαφέρει η απλότητα;
Aυτούς που δεν ρίσκαραν.
Εσύ δεν το ονομάζεις κλουβί αυτό;
Tα φτερά γιατί τα ξέχασες;
Δεν είχες ,δεν απέκτησες ,δεν σκέφτηκες ;
Όταν θα σβήνει ο ήλιος να θυμάσαι πως επέλεξες
στις διαθέσεις να σαι απών.

Μια γυναικεία καρδιά δεν συγχωρεί.
Αυτό είναι προνόμιο των αφελών αντρών.
Όμοιο ,σα τους Μήνες...

Εμείς θανάσιμα ξεχνάμε.











ΛΟΓΟΣ

Δε φοβάμαι τη μελαγχολία
είναι μια οντότητα μέσα μου,
η πρώτη ζωή μου ,η πιστή καλή φίλη
δεν με ρήμαξε ποτέ.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που μελαγχόλησανε και με πούλησαν
έτσι σπουδαία.
Δεν φθονώ τους αλκοολικούς
τους ναρκομανείς
τα περιθώρια.
Τους κατανοώ.
Ξέρω απο υποκατάστατα.
Η αγάπη είναι το φούξια μπαλόνι μακρια .
Πήρα αισθήσεις ,αντανακλαστικά
πρόωρα ,
αν και μαριονέτα που και που
πολύ καλά γνώρισα πως είναι να ΄σαι το σκουπίδι.
Μα να φοβούνται την ανακύκλωση.
Είναι μια ευγενική χειρονομία
δυνατών ψυχών.
Τους έρωτες φοβάμαι.
Είναι πολύ κατάλληλοι ψεύτες.
Και πάντα τελειώνουν συγκαταβατικά .

Σχεδόν.
Πάλη με τους εαυτούς μας.
Δε φοβάμαι το Θάνατο.
Είναι ο Θεός της ζωής
μα φοβήθηκα μήπως δεν απλώσω λίγα χνάρια
και με ποδοπατήσουν με υπέροχες ειρωνικές φάτσες.
Δε ζητώ τίποτα ,
παραμόνο το τίποτα.
Καταραμένη ελξη ,αξιοπρεπέστατη λέξη.
Σπουδαία πράγματα ορίζονται απο κεινο.

Καλή είναι και η κρυφή επιβίωση.
Μόνο που προϋποθέτει λόγους ,όρους
ρίσκο.

Δάκρυζα για την Ελευθερία
μα δεν ασπάζομαι την πλέρια ελευθερία.

Εκείνη εξοικονομεί τη βλακεία.

Κάπου με ενοχλεί.
Όπως τα λόγια μου τα περασμένα.









''ΑΘΩΟΤΗΤΑ''

(Άνθη αντίκριζαν το γυάλινο τοίχο του φωτός
μα οι ψυχές μας, μολυβένια στρατιωτάκια,ξημερώματα,
θρηνούσαν κάποιους στίχους)

Τα άνθη του Χρόνου
εξέπληξαν τον Άνθρωπο
τα λάθη όμως
υψώθηκαν πληγές πάνω απ'ολους μας.
Μπορείς να κρύβεσαι απο τους άλλους
μα όχι απο εσένα.
Μπορεί να αποφασίζεις πάνω σε ένα λεπτό
μα κάτι άλλο είναι που θα ξέρει
τι φέρνει ο άνεμος στο πέταγμα όσων σου λείπουν.

Δικά σου τριαντάφυλλά δεν είναι
παράνομα τις νύχτες δεν δακρύζουν
τ'αγκάθια της πραγματικότητας όμως
είχαν αιτία
γιατί όλα θα αποτελούσαν μικρές αλήθειες
όλα-όσα μπορεί να φανταστεί ο νους.

Των αρωμάτων ,των κλαδιών
θυμόμουν την ανάγκη
λύγιζα και νοσταλγούσα στις σκίες
όλο τα ίδια και τα ίδια
Άλλοτε Γυρνούσα
εκεί ,σε όσα ,πάντα μες στην καρδιά μου τριγυρνούσα.
Άλλοτε συμφωνούσα με ψυχή γυμνή
πως με μεθούσα
δίχως αναμονή.

Αυτά ήταν.







Νεφέλη Α.




Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Δημήτριος Γκόγκας

  

 

 

Τρία ποιήματα του Δημήτρη Γκόγκα

 

Προσέγγιση στη Μοναξιά

Θα πεθάνω. 
Έλα και μην αργοπορείς 
παίξε στον ουρανό μαζί μου. 

Νύχτα, βροχή, 
μέρα και χιόνι. 
Όλα μοναξιά. 

Ξάφνου ένα χέρι, 
στραγγίζει το σκοτάδι. 
Δάκρυ στο μάγουλο.

 


Στεκόμαστε αμίλητοι στα χείλη




Στεκόμαστε αμίλητοι στα χείλη
όπως το άχρωμο νερό στο διάφανο ποτήρι,
που περιμένει να κυλήσει.
Μια μικρή πέτρα, του αλλάζει την διαδρομή.
Εκεί,
εκεί, στο κενό χώρο των προσπαθειών
και των επιδιώξεων εν διαρκεία
λίγο πριν σηκωθείς
να ποτίσεις την καφέ γλάστρα
που το λούλουδο δίψασε,
και πεις μονολογώντας:
Τα χρόνια ανέμελα πέρασαν
και τώρα;
Τώρα χρειάζεται νερό, μην μαραθούν
με τον ερχομό της κάψας
μην κιτρινίσουν σαν φύλλα  της  αρρωστημένης γαρδένιας.
Τα φυλλομέτρησες τα δύσκολα χρόνια
άλλαξες την σελίδα στα εύκολα
και κόπηκε το δάκτυλο
από την λάμα του βιβλίου.
Το αίμα στο χαρτί
ένας κόκκινος λεκές
που δεν σβήνει στο νερό.
Και η γαρδένια σου
που η καρδιά της εξασθενεί
δεν άνθισε ακόμα.
Κάθε πρωί, σηκώνεσαι απ΄ την γωνία
μ΄ ένα πόνο στη μέση και μαζεύεις
τα ξεραμένα φύλλα της γαρδένιας. 




Είναι κάτι νύχτες

Είναι κάτι νύχτες που στήνουν γέφυρες
και κρεμάνε τις σκέψεις στο στήθος.
Αρμενίζουνε.
Στριφογυρνούν ως  έρμαια στα φαράγγια
και στις θολές γωνιές των κρεβατιών
ο ιδρώτας και η μυρωδιά
από την πανσέληνο.
Ο πίρος θα λασκάρει, θα χυθούν το μελάνι και ο έρεβος
να γεμίσουν τις τσακισμένες γούβες στο στρώμα.
Και συ θα μιλάς, θα μιλάς συνέχεια,
σαν δασκάλα Θεά
σαν Θεά μου!
Να κλείνω τα μάτια και ν’ ανοίγω τις παλάμες
να μην δεχτώ το λόγο σου, μα μόνο την απαλή επιταγή
της ανάσας σου.
Να λουστώ και να γίνω μπλε από το χρώμα του πρωινού.
Να ξεπλύνω το μελάνι και το βαθύ.
Να διαλύσω την χώρα που σχηματίστηκε από τις κινήσεις των ποδιών σου,
να γίνω μετανάστης της.
Είναι κάτι νύχτες που δεν ονειρεύομαι μα αγγίζω.
Δεν λέω ποτέ καλή νύχτα, γιατί ξαγρυπνώ μαζί της.
Εσύ αποκαμωμένη, απ΄ της πορείας του έρωτα
και τις τύψεις του πάγου,
αργείς να καταλάβεις.
Ανοίγεις σαν δασκάλα Θεά, σαν Θεά μου
και μιλάς.
Θα μιλάς.
Αλλάζουν οι χρόνοι στα λόγια σου, αλλάζουν κι οι χρόνοι στο κορμί σου.
Και μιλάς.

Θα μιλάς, χάνοντας τις ηλικίες,
ανάμεσα στο μελάνι και τον έρεβο, ανάμεσα στην σελήνη
και το πλατάγιασμα του ήλιου,
μέσα στις μπουκωμένες γούβες αλατιού.
Αυτές τις νύχτες αγγίζω και τρέμω.

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Φανή Αθανασιάδου

                                             

                       Τρία ποιήματα  της Φανής Αθανασιάδου                                

                                           Της μιλούσε..

                                                     Της μιλούσε,
                                                 κι'εκείνη κοίταζε την απόσταση
                                                ανάμεσα στα μάτια του,
                                                πόσο βαθιά τη διάβρωνε το αυλάκι
                                                 και  που θα οδηγούσε άραγε
                                                Της μιλούσε,κι'εκείνη πρόσεχε
                                                 τα δαχτυλίδια απ΄τον καπνό του τσιγάρου του
                                                 πως περιβάλλανε τιςλέξεις και τις φράσεις του,
                                                τις έννοιες,που εκείνος ήθελε να δώσει.
                 
                                                  Ύστερα έστρεφε το βλέμμα
                                                  έξω απ΄το  παράθυρο
                                                 στα λιγοστά φύλλα των δέντρων
                                                 πως τα παράσερνε ο άνεμος,
                                                πως έσπρωχνε ανθρώπους και σκουπίδια
                                                          σαν ένα..
                                                 το ρολόι χτύπησε τέσσερις φορές
                                                  κι'εκείνη έκλεισε τα μάτια
                                                    για να ονειρευτεί.
                                                     
                                   
                                         
                                                      

                                                        ΜΗΔΕΙΑ


Το ποτήρι
πλάι στην ανθισμένη καμέλια ·
όλα τα πράγματα βαλμένα στη σειρά ,
με τάξη ,
εκτοπίζοντας την αταξία
που έφερνε η είσοδος του στο σπίτι.
Mακάριο μειδίαμα
που παράδερνε στα βράχια
σε μια διήγηση «άνευ όρων»
χωρίς ακροατές ,
παρά μόνο το λόγο του Ευριπίδη :
«η Μήδεια πήρε τα παιδιά της
μακριά από την προδομένη συζυγική κλίνη
του επίορκου Ιάσονα» .

Φανή Αθανασιάδου
(από τη ποιητική συλλογή''Δελτίο καιρού'')





                                                        


                                                                  

                                                     Αφή

                                                          Κανείς δεν έμεινε
                                                    σε κείνη τη μακρινή ανάγνωση,
                                       την εξ αποστάσεως προσέγγιση των πραγμάτων
                                      'Ολοι αναζητούσαν την αφή,τη ψηλάφιση
                                    τη ζεστή παρουσία ενός ανθρώπινου κορμιού
                                                  που θα τους έφερνε πιο κοντά
                                          και θα ανάσταινε ξανά τις προσδοκίες τους

                                                        Φανή Αθανασιάδου