Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκόγκας Δημήτριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γκόγκας Δημήτριος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Τρία Ποιήματα,Δημήτρης Γκόγκας

                                ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ, ΓΚΟΓΚΑΣ  ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ




                             

''ΣΤΗΡΙΞΗ''
Θέλω ν΄  αγκιστρωθώ στα γκρεμνά ακροστήθιά σου
όπως ο χρόνος πάνω στη ασίγαστη γαλήνη,
να κτυπήσω με την σκαλισμένη άκρη του νυχιού ,
τ΄ ανθεκτικό  καβούκι του πόνου σου
για να  καρφώσω με την περίσσεια αγάπη μου
την δειλή Αχίλλειό του πτέρνα.
Γλυκοστεναγμέ μου
πενθείς κι η ελπίδα της ζωής
στενάζει στο κουρασμένο βλέμμα σου.
Έλα
κι αν το μπορείς
κάμε το δάκρυ αργοκίνητη νιφάδα.
Ήλιος χαλκός  εγώ,  π΄αγγίζω τη μαβιά μέρα σου
μαδώντας ένα- ένα τα πέταλα και το γλυκοχάραμα.
Κι ακόμα- ακόμα
το δείλι μαχαίρι στις παρυφές της νύχτας
μας κόβει σου λέω, μας κόβει γλυκά
όπως ο πόνος-πληγή βαθειά στη ψυχή-
τα φλογισμένα στήθια μας.

''ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ  ΜΙΑΣ ΑΓΑΠΗΣ''
Θρυμματισμένο το χαμόγελό σου.
Έρχεται χειμώνας μου είπες στα χείλη σου
και το φιλί σου θα ναι παγωμένο.
Θυμάμαι πως φοβόσουν πάντα τον χιονιά
κι έτρεμες σαν έβλεπες πουλιά καρφιτσωμένα, 
στους πάγους της λίμνης μας.
Όπου έπινε σιωπηλά νερό
το λαβωμένο ελάφι της Άρτεμης.
Βέβαια θνητή μου λυπημένη αγάπη,
σου εξήγησα όταν έβρισκα καιρό
και δραπέτευα από στίχους
και άλλες μικρές και μεγάλες ιστορίες λόγου,
ότι ο χειμώνας περνά πάντα με υπομονή.
Κι ας μ΄ αγαπούσες επιτέλους λιώνοντας τους πάγους, 
στα χείλη σου, 
με ότι απόμεινε από το κορμί που πύρωσε,
από τον θάνατο του χρόνου.


[Ο ΠΑΠΠΟΥΣ  ΠΟΛΕΜΗΣΕ ΤΟ 1940 ΣΤΑ ΕΛΛΗΝΟΑΛΒΑΝΙΚΑ ΣΥΝΟΡΑ]
Ο παππούς πολέμησε το 1940 στα ελληνοαλβανικά σύνορα.
Όπως καταλαβαίνετε,
δεν ανήκε στους τριακόσιους του Λεωνίδα,
ούτε στους Θεσπιείς
που τους τοποθέτησε εντέχνως στο περιθώριο η διάφανη ιστορία.
Ήταν μάγειρας,
μ΄ ένα καζάνι και μια κουτάλα τάιζε
πάνω από 300 στρατιώτες και αξιωματικούς.
Στις περιγραφές του, λίγο πριν πεθάνει,
μιλούσε για τους άγνωστους συναδέλφους του και δάκρυζε.
Ανέφερε βέβαια πάντα βαριά- ανασαίνοντας
και για τις σκουληκιασμένες εύγεστες φακές,
τα νερόβραστα φασόλια,
τα κουνουπίδια που σάπιζαν και μύριζε μπαρούτι το μαγειρειό
τις ψείρες που χόρευαν στις σπίθες της φωτιάς
και τα παγωμένα άκρα που μάτωναν μες στα γράμματα των ταχυδρόμων.
Όπως καταλαβαίνετε,
ο παππούς μου πολέμησε πριν από αρκετά χρόνια,
στα ελληνοαλβανικά σύνορα
για ένα μνημείο που στήθηκε στην μνήμη αυτών που θάβανε πρόχειρα
και δεν είδαν ταφικό στεφάνι να τους σκεπάζει το σώμα.
Πολεμούσε δε μέχρι το πέρας της ζωής του,
με μια κουτάλα σε ένα καζάνι.
Για την τιμή της οικογενείας
για να μην πεινάσει η οικογένεια
για να μην πέσει η οικογένεια στα γόνατα
για να μην δει να κλαίει η οικογένεια.
Πουλήθηκε ολάκερος, μα ήταν ελεύθερος.
Και δράττοντας της ευκαιρίας να πω
για την τιμή της Ελλάδας !!
(εδώ παρακαλώ το ακροατήριο ένα γλυκό μειδίαμα και ίσως ένα μικρό χειροκρότημα)
Στις παρελάσεις στο χωριό
δεν τον κάλεσε ποτέ κανείς στην εξέδρα των επισήμων.
Άλλωστε ήταν μάγειρας. Δεν υπήρχαν θέσεις για μαγείρους.
Στην ανεργία των ηρώων επιτρέπεται και τούτο.
Δεν ρώτησε ποτέ κανείς πως είναι να μαγειρεύεις για 300 στρατιώτες.
Ο Λεωνίδας θεωρώ ότι θα είχε ρωτήσει
Λίγο πριν πεθάνει
ένα καλοκαιρινό απόγευμα,
νομίζω πως μαχότανε μην φύγει η ψυχή του.
Κι όταν αγκάλιασε τον άνεμο,
το ήξερα πως μαρμάρινη πλάκα του έλαχε
αυτή του αγνώστου στρατιώτου.

  • ΓΚΟΓΚΑΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ