Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μανέτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιώργος Μανέτας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 17 Φεβρουαρίου 2015

~Των πολέμων η έλαφος~ ~ Άνθρωπε...~Του Γιώργου Μανέτα



Των πολέμων η έλαφος
.
Είμαι κείνο το στοιχειό
στη μελάνη του Ομήρου,
που δόθηκε μια νύχτα
νησί στον Οδυσσέα:
Η Καλυψώ
.
Είμαι κείνη η παλαιά
πρωτομέδουσα
στη ρότα της Αργούς,
ερωμένη του κύματος
Ποσειδώνα
.
Είμαι κείνο της Τροίας
τ’ οξειδωμένο βέλος
στο πόδι του Αχιλλέα,
τ’ αδηφάγο παλάτι
των ηρώων
.
Είμαι κείνο το όριο
σκαιό λίκνο
στη θύρα του τέλους,
ιέρεια της Κίρκης
και πειρασμός της αγνότητος
.
Εγώ είμαι, ναι! η
των Σειρήνων ολέθρια αοιδός
στο καράβι του Οδυσσέα.
Η δεικνύουσα την κερκόπορτα
προς Αγαρηνό
.
Εγώ είμαι, ναι! η
όλων των Εθνών πόρνη
με τ’ ανομολόγητα ονόματα,
στα σκέλη μου βασιλείς
υποτάχθηκαν

Εγώ είμαι, ναι! η
των ενόχων θηλάζουσα,
η φερομένη φωλεά κοιτίδα
της λόγιας λήθης.
Της Ιστορίας, το έρεβος
εγώ είμαι, ναι…
.
©Γιώργος Μανέτας
.

Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Τρία Ποιήματα ,~Του Γιώργου Μανέτα~





~Γιώργος Μανέτας~


~Μνήμες~

Στον άταφο νάυτη

Στην γοερή σού ορκίζομαι κείνη κραυγή του φάρου
και στου βυθού που ξάπλωσες την άμμο την νωπή,
θύρα να βρω στα βάθη της ν’ ανταμωθώ του χάρου
τ’ ανήλια εκείνα δώματα που κατοικεί η σιωπή.


Κι όταν θα βρω το σκοτεινό του χάροντα λημέρι,
τα πιο ακριβά μαλάματα θα δώσω και σκουτιά,
 για να σου σφίξω ακόμη μια στερνή φορά το χέρι
πριν σε πλαγιάσει ατίμητο του ερέβους η ερημιά.


Πριν να σε λούσει πένθιμα το φως απ’ το φεγγάρι
και πριν της λήθης τ’ όνομα στην πέτρα σου γραφτεί,
βάζω την πένα στο χαρτί και κάνω την δοξάρι
για να τους πω πως χάθηκες δίχως κλαυθμό, ταφή:


Λέξεις συλλέγω ιάσμινες να πλέξω το στεφάνι
μα η ρίμα βγάζει συμφορά και στεναγμού λυγμό.
Στο θλιβερό ταξίδι σου, η πένα μου αποκάνει,
 πενθεί και υγραίνει ως να ‘τανε κι εκείνη από πνιγμό.

©Γιώργος Μανέτας


                ***


~Θύμηση~

Πάλι χθες στο εικονοστάσι σαν να σβήστηκε το φως μου·
 γιε μου - εσύ, πικρό κομμάτι της ζωής μου, μακρινό...
σε ποιας Θάλασσας τη μέση, σε ποιαν άκρη αυτού του
 κόσμου
ταξιδεύεις και δεν βλέπω πίσω να ΄χεις γυρισμό?


Σαν να μου χτυπάει την πόρτα κάθε θόρυβος που φτάνει
μα στην κάμαρά σου, γιε μου, το κρεβάτι σου αδειανό.
Το κρεβάτι αυτό που στρώνω και χαϊδεύω, - που ’χα ’γιάνει
 το κορμάκι σου εκεί πάνω· τώρα μοιάζει νεκρικό.


Θέλω λίγο ν’ αγκαλιάσω την ανέγγιχτη ψυχή σου
πριν τα μάτια μου σφαλίσω και δεν έχουν μνήμη πια.
 Έλα, εγώ μονάκριβέ μου που καρτέραα τη ζωή σου
 και τη στόλιζα με τ’ άνθη της ψυχής μου, γιασεμιά.


Πριν η νύχτα χαμηλώσει και μ’ αγγίξει το σκοτάδι
και σ’ αυτό το εικονοστάσι πια το φως μου σκορπιστεί,
έλα να σ’ αγγίξει λίγο της υστέρησης το χάδι,
και της θύμησής σου ο πόνος κάπως μέσα μου σβηστεί.

http://georgemanetaspoisi.blogspot.com/

©Γιώργος Μανέτας Ηλεκτρονικό βιβλίο http://joom.ag/gr5b#.U-IXne0Irlg


                                       ***

~Εσπεράνσα~

Πυρόξανθη, σαν τη φωτιά και σαν τον ήλιο, ξένη,
 κοχύλι ψάχνω να κρατεί τα γκρέμια σου μαλλιά.
 Λυσίκομη, δεν σε θωρώ στο φως οπού σε ραίνει.
Φασματική, δε σε μπορώ να σ’ έχω γι’ αγκαλιά.


Κι αν δε σε γνώρισα ποτέ, κι αν καθαρά δε σ’ είδα -
ως λικνιζόταν το κορμί στο λιγοστό το φως,
την ώρια έλουζε σκιά μια μαγεμένη αχτίδα, τ
όσο, που ποίημα μου ‘γινε κι απώτερος σκοπός:


«Tη γνώρισα μια Κυριακή μες στη βροχή
κι ήθελα τόσο να της πω μια καλησπέρα,
όταν οι στάλες πέφτανε με τον αέρα
και υγραίναν του προσώπου της κάθε πτυχή.


Είχε μι’ αρχέγονη ομορφιά το σώμα της,
 κισσός πλεγμένος πέφταν τα μαλλιά της,
το κόκκινο στα χείλη είχε το στόμα της
 και κάτι από τα σύννεφα η ματιά της.


Πάνω της, κίτρινο φορούσε το φεγγάρι
 και σκουλαρίκι έναν αστέρα λαμπερό.
Έμοιαζε κύμα ζωγραφιάς, ανέμου χάρη!
Είχε τον ήλιο περασμένο στο λαιμό.



Είχε πια φύγει όταν με πήρε το σκοτάδι,
με τη βροχή, προς ένα γκρίζο ουρανό.
Μες στα ταξίδια, είναι ο πόνος και το χάδι,
που ακολουθούν σε κάθε τόπο μακρινό.»


Μπορώ σε θάλασσα βαθιά, σφοδρά τρικυμισμένη.
Να ζω στην άβυσσο μπορώ με γύρω μου στοιχειά.
Μα δεν μπορώ να σε ξεχάσω, ξένη αγαπημένη.
 Απ’ έρωτα μου ‘χει πληγεί, η δύστυχη καρδιά.

http://georgemanetaspoisi.blogspot.com/

©Γιώργος Μανέτας Ηλεκτρονικό βιβλίο http://joom.ag/gr5b#.U-IXne0Irlg

 Βιογραφικό σημείωμα
Ο Γιώργος Μανέτας,είναι ναυτικός και ποιητής.
Γεννήθηκε στον Ιούλιο του1961στην Αθήνα,από Κερκυραίους γονείς.
Από το 1977 ταξιδεύει στο κατάστρωμα με φορτηγά και γκαζάδικα ποντοπόρα πλοία.
Με τη σύζυγό του Lizete,έζησε για λίγο καιρό στο Rio de Janeiro της Βραζιλίας και κατόπιν επαναπατρίστηκε.
Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Έχει εκδώσει τα βιβλία:Θάλασσα,ποιήματα(1997) 
Αστρολάβος,ποιήματα(1998)
Οξυτέρα Εγγυτάτη,ποιήματα(1999)
Ναυσίν Άριστοι,ποιήματα(2001)
CDAνθολογία Ποιημάτων(2004)
Ποιήματα ''Της στεριάς''2007-2013BLOG:
http://dimitradelakoyra.blogspot.gr/2010/08/blog-post_9284.html




Σάββατο, 17 Μαΐου 2014



 Τρία  ποιήματα  του Γιώργου  Μανέτα


Δεν ήρθε…

Δεν ήρθε στ’ όνειρο και δεν κοιμάμαι.
Μήπως ναυάγησε μέσα σ’ αυτό?
Είχαν τα μάτια της στεριά, θυμάμαι.
Σ’ αυτήν ευχόμουνα πάντα να βγω.

Μετρώ στους χάρτες μου στεριές, μιαν άκρη.
Τ’ αστέρια λάθος μου που τα μετρώ.
Μήπως σπαράγματα βράχων και μάκρη
μου τήνε κρύψανε, στεριά μη δω?

Νύφη μη ντύθηκε, σαν τη σελήνη,
και στ’ αφροσκέπασμα δεν τη θωρώ?
Χλωμή από θάνατο, δεν θέλει εκείνη
τον ίδιο θάνατο, να νιώσω εγώ?

Γιατί τα μάτια της λάθος θυμάμαι?
Θάμπωσε τ’ όνειρο και τα ξεχνώ?
Ας ήταν στ’ όνειρο κοντά της να ’μαι
κι ας βυθιζόμουνα κι εγώ σ’ αυτό.

©Γιώργος Μανέτας


Έτσι…

Έτσι, όπως θάμπωσε η σελήνη,
με κείνο, το χλωμό – κίτρινο φως…
Να ’ταν ο πόθος μου κρυφός,
μόνο για κείνη…?

Έτσι, όπως γνώρισα τ’ αστέρια,
και το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού…
Να ‘ταν η ομίχλη του πρωινού,
η τόσο αιθέρια…?

Έτσι, όπως γνώρισα την πλάση -
και αυτή μου η πίκρα να γραφτεί…
Να ‘ταν η κτήση να χαλάσει,
χωρίς αυτή…?

Έτσι, όπως μίλησα στο γλάρο,
κι απάντησε με μια κραυγή:
Να ‘ταν, μαζί μου να σε πάρω,
χωρίς αυτή…?

Έτσι, όπως στάλαζε η βροχούλα,
και σκέψεις έρχονταν στο νου…
Nα ‘ταν η ανάποδη βαρκούλα,
κάποιου αλλουνού…?

Κι έτσι, όπως θάμπωνε η σελήνη,
με κείνο, το χλωμό – κίτρινο φως…
Έγιν’ η Θάλασσα καημός…
Έτσ’ είναι κείνη…!

©Γιώργος Μανέτας

Άλιος γέρων

Ας υποθέσουμε
Πως ο ήλιος εξώθησε, ή γκρεμίστηκε, πέρα!
- Τι μικροί θα φαινόμασταν των εκείνων στιγμών…
Των αστέρων που θα 'σβηνε, η πολύφωτη βέρα,
θα θρηνούσε στα δάχτυλα των λαμπρών ποιητών.

Πως η νύχτα ξεχάστηκε, πως λησμόνησε η μέρα.
Πως η φύσις αντέδρασε σε μια κάποια πληγή.
Πως οι κόρες γεννήθηκαν σε μιαν άκαρπη σφαίρα.
Πως τα δέντρα μαράθηκαν μες στην άνυδρη γη.

Ας υποθέσουμε
Πως τα σπίτια μας πέσανε, πως οι γιοι μας πεθάναν.
Πως αυτοί που γνωρίζαμε, δεν υπάρχουνε πια.
Ίσως, κάποιοι, που μείνανε, να ρωτήσουν: Τι κάναν?
Δείξτε τη μας, την άχρηστη, την εκείνη γενιά.

Πως κι εκείνοι, πεθάνανε. Πως πρωτόζωα ξανάρθαν.
Πως ο ήλιος, λαμπρότερα θα φωτίσει τη γη.
Μα… Τα μίση, τα πάθη μας, φονικά που ματάρθαν
έτσι, αέναα θα σκόρπιζαν πάλι αυτή τη ζωή...

Ας υποθέσουμε
Πως εσένα, που αγάπησα, να μη θέλουν να υπάρχεις.
Πως οι λέξεις πια στέρεψαν, κι ίσως, ίσως κι εσύ.
Όμως, πάντοτε, Θάλασσα, την αγάπη μου θα ‘χεις,
και υποθέτω, θα ζήσουμε, έτσι πάντα μαζί!

©Γιώργος Μανέτας