Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοπαρουσιάσεις:Ποιητικές Συλλογές:Δημήτρης Γκόγκας.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βιβλιοπαρουσιάσεις:Ποιητικές Συλλογές:Δημήτρης Γκόγκας.. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

  Βιβλιοπαρουσιάσεις:Έξη Ποιητικές Συλλογές,
   Του Δημήτρη Γκόγκα
 Οι  Ποιητικές Συλλογές του Δημήτρη Γκόγκα έχουν γραφτεί κατά το παρελθόν,αλλά οι περιστάσεις  δεν ήταν κατάλληλες για αυτοέκδοση.Έτσι,το 2015 ξεκίνησε την αυτοέκδοση των Ποιητικών Συλλογών στο διαδίκτυο και συγκεκριμένα: Ενδείκτες: Ποιήματα περιόδου 1990- 1999
    Ανάσες από την Καμπούλ : Ποιήματα 2003-2004.
    Κάμπος μιας νιότης: Ποιήματα 2011.
    Βηματισμοί σε Φθινοπωρινούς Στίχους: Στίχοι 2012.
    Ξέρω ένα τόπο: Ποιήματα 2013.
    Θάνατος είναι ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσες: Ποιήματα 2014.

     (πατήστε πάνω στον σύνδεσμο να δείτε όλη την δημοσίευση )

~Δείγμα Γραφής~


 ~Ανάσες Από Την Καμπούλ~
Δεκέμβριος
 Θα πρέπει να έχουνε χαράδρες

     Στις γρανιτένιες πλαγιές
-είδα- 
τις τσαλακωμένες ανηφοριές
που κλείδωναν τα βήματα των ανδρών
-γνώρισα-
κάτω από το δίχτυ της μπούρκας
τις ρυτίδες ανέγγιχτων γυναικών.
Στις ερωτήσεις
-κωπηλάτησα-
για να διακρίνω
στο βαθύ χρώμα
κορίτσια με πολύχρωμες φορεσιές,
πριν αρρωστήσουν
από κείνη την φυσική ασθένεια
και πεθάνουν στα χέρια κάποιου επαναστάτη
με το σκεπάρνι καρφωμένο στο αδειανό κρανίο.
-Φτάνει -
που λυσσομανούν οι σκύλοι για την σάρκα.
Έχουν μικρά αυλάκια στο πρόσωπο,
οι σαβανωμένες γυναίκες.
Στην τσάκιση της μπούρκας
φαίνεται η ταραχή και η μεγάλη ανημποριά
όπως και στις βαθιές χαράδρες,
κατοικίες των γενειοφόρων οπλαρχηγών της τιμής και της υπόληψης.
Εκεί, φτηνές γυναίκες της αιώνιας Καμπούλ
πίσω απ΄ το σταχτί φύλλωμα τ΄ ανέμου που ερωτευτήκατε
την φευγάτη λευτεριά
μέσα στις σπηλιές που δώσατε φιλί στις ζωγραφιές
να πεταρίσουν με τα γράμματα του αλφαβήτου
στα αμμοχάλικα που σκόρπισαν για να ξεφύγετε
απ΄ το κακό βλέμμα της Δύσης
στέκετε μια λύπηση σαν μαύρη σημαία
με το σχοινί της θηλιά στον ιστό ενός μεσίστιου δένδρου.

**
15 Δεκεμβρίου
(13:36 Ώρα Καμπούλ)
 Διάλογος στον δρόμο της Καμπούλ(Αφγανιστάν)

Ο στρατιώτης και η γυναίκα



   -Τι με ρωτάς γυναίκα. Ποιος με όρισε ρυθμιστή των ψυχών σου;
   -Κανείς, παρ΄ εκτός ο λογιστής των μερτικών σου.
   -Ποιος λέει (πες το χωρίς σκέψη) το μαντήλι γυναίκα να το ρίξεις;
    Μήπως αυτός που νοιάζεται το πρόσωπο στον ήλιο μη το δείξεις;
    Και ποιος την συννεφιά σου λέει: διάλυσε την;
   -Μα η συννεφιά;  του απαντά
    (σταμάτα τσάκισέ την)
   -Ο ήλιος, ο ήλιος γυναίκα άμε να κρυφτείς
   -Γιατί το κάνεις; Θα νοιαστείς;
   -Λένε πως πιάνεις το χώμα το ζουπάς και βγάνεις νάμα;
   -Πάω γυμνόστηθη ως την σπηλιά και βάνω τάμα
     Εσύ τι θέλεις, τι λογάς κοψο-μεσής του δρόμου;
   -Να πάρω γεύση απ΄ τη πληγή του τρόμου!

***


 Ο ήχος της Πατρίδας
1Ιανουαρίου

Ακούγεται στο βάθος του διαδρόμου,
                                         ο ήχος της Πατρίδας.
Φωτίζει το σταχτί κι η  πόρτα ξύλινη,
                                         από της σάπιας βίδας,
το πήγαινε έλα, έτοιμη να σπάσει.

                                        Και τούτο θα περάσει.

Ακούγεται ψηλά, κρόταλο,
                                      ο ήχος του θανάτου.
Πόση απόλυτη ερημιά, σαν βότσαλο
                                      στης θάλασσας τον πάτο.


Οι κύκλοι χάθηκαν και δεν θα βγει,
εκείνη η γοργόνα που ρωτά
                                    για τον χαμένο βασιλιά.
Αφήστε τον να κοιμηθεί,  είναι αργά
                                    κι έχει κρυώσει το κορμί.


                          ~ Ανάσες από την Καμπούλ:Ποιήματα 2003-200~

                                       



***




 ~Βηματισμοί Σε Φθινοπωρινούς Στίχους~

Κάποια στιγμή

Κάποια στιγμή,
της αγάπης μου ήταν να σβήσει
κείνη η ρωγμή,
που δειλά
σ΄ ένα τοίχο είχα αφήσει.
Mα εσύ μυστικά,
σε χαρτί που ρωτά,
είχες απλά ζωγραφίσει
την ζωή.

Ποιητή,
του Σεφέρη μια αρχή
«η ζωή μας κάθε μέρα λιγοστεύει»
Λέω:
η ζωή είναι δείλι,
που στον ήλιο μας τάζει,
-κάθε μέρα σαν ωριμάζει -
πως θα έρθει, θα φύγει.
Κι άμα χαράζει
γίνεται φόβος, κυνήγι.





 Κάποιες στιγμές

Κάποιες στιγμές που χάνονται μαζί μας
βαθειά στην κοιμισμένη γη,
σκορπίζονται όπως η ψυχή μας,
σαν στάχτη ενός άδοξου ποιητή.

Νομίζω πως μιλούν με τ΄ έγκατά μας
και με των δένδρων τα ριζώματα
ανθούνε σαν καρποί, μες στ΄ αίματά μας
του φθινοπώρου τα φυλλώματα.

Την πλάτη μας χτυπούνε κι αντηχούνε
τα γέλια πάνω, στων τάφων την σιγή
και φτάνουν στις καρδιές όσων πονούνε
γιατί έχουν γίνει βράχοι μοναχοί.

 Θα βρεθούμε


Θα βρεθούμε στην γη που μας γέννησε.
Ωχ αδέλφια η ώρα μας φτάνει.
Κάποιον χρόνο το μάτι ατένιζε
μια γροθιά υψωμένη, στεφάνι.

Θα βρεθούμε στις γούβες που πίναμε,
το καθάριο νερό που κυλούσε,
με τις χούφτες στους άλλους το δίναμε,
με ψιθύρους σε μας τραγουδούσε.

Στις αυλές θα βρεθούμε που ζήσαμε,
στα σοκάκια που οι μνήμες χορεύουν,
στους χωμάτινους πύργους που στήσαμε
και οι θρόνοι, αδειανοί μας γυρεύουν.
***
                                            
            Βηματισμοί Σε Φθινοπωρινούς Στίχους:Στίχοι 2012
                                       





~ΕΝΔΕΙΚΤΕΣ~

Η γυμνή κυρία


Με κοίταξε γυμνή και δεν ντρεπόταν.
Σελήνη στον ήλιο.
Πάντα εκεί,
ακίνητη, βουβή, ντυμένη με τα κύματα..
Αυτό που ξεχώριζα δεν ήταν η γύμνια στο κορμί της
μα κείνο το πρόσωπο που κρυβόταν
πίσω από τις καστανές μπούκλες
και το ψάθινο καπέλο.
Πότε τυλιγόταν  μ΄ ένα μπλε σεντόνι της θάλασσας
και πότε με το δυτικό αεράκι απ΄ της Ψερίμου τ΄ ανοικτά.
Παιχνίδιζε κι αφηνόταν  στης αμμουδιάς  τ΄ αγκάλιασμα ηδονικά
κι ήμουν και γω μέσα στη στύση της ηδονής 
μια σκιερή κορμοστασιά  ανδρών που πέρασαν
και αφήκαν στο λιμάνι της
τις βυθισμένες άγκυρές και τις οσμές τους.
Το ήξερα πως γνώρισε κρυφά της γης τ΄ ακρογιάλια,
και μέσα από τους περίεργους  κύκλους των ματιών της
αναζητούσε τα πέτρινα  σοκάκια
στην νησίδες της καρδιά μου, ν΄ απλώσει τις πραμάτειες της.
Νιώθω ακόμα την ανάσα της
να ψάχνει απεγνωσμένα τη δική μου.

 ***
Ιδρωμένος κατάσαρκα 


Στέκεται χρόνια εκεί στη γωνιά της αχανούς παραλίας
με το χέρι σε πλάγια κλήση λιγάκι απλωμένο
να αποζητά την ηδονή
στο πρόσκαιρο μεγαλείο ενός φαλλού
που χάσκει στον παράδεισο.

Είναι κι αυτός ο μελαψός δρόμος
για ένα άνδρα που η μοναξιά  είναι η μόνη παρηγοριά
Τα έγχορδα δάκτυλα,
μπερδεύονται ρυθμικά με τις σγουρές τρίχες του κόσμου του
και η αμαρτία ξεπηδά από το ανοικτό στόμα που βογκά.
Η ηδονή έχει πάρει το σκαλιστήρι
και ανασκάφτει για ν΄ αναβλύσει το μύρο του. 

Στο ημερολόγιο, δεν ονόμασε τον εαυτό του έκφυλο.

***
 Ο μοτοσικλετιστής


Την ενάτη πρωινή ώρα τον είδα ξανά.
Γυμνό να κάθεται στο βρεγμένο των παράλιων.
στην ιστορία των  ερείπιων και  των αρχαίων κάλων.
Είναι νεκρός.
Ο άνδρας στεγνός από τα γήινα
μοιάζει να μην τον θέλησαν να μην τον αγάπησαν ποτέ.
Κοιτάει το πέλαγος με ένα αναπάντεχο ερωτηματικό.

Διαλέγω τη γραμματοσειρά που μου ταιριάζει
καλλιγραφώ,
και μπήγω στην άκρια της καρδιάς
και του απέραντου, το ερωτηματικό.

                                Ενδείκτες:Ποιήματα περιόδου 1990-1999

                                              



   ***
 ~Θάνατος είναι ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσες~

Στο μικρό δωμάτιο,
μέτρησε τέσσερις
άσπρους τοίχους.
Ψηλά ο ουρανός.
«Ήρθε η Άνοιξη», σκέφτηκε.
Τους έβαψε γαλάζιους
και πνίγηκε στη θάλασσα.
           

   Η δουλειά που είχε
δεν τον ευχαριστούσε απόλυτα.
Κρύφτηκε με επιμέλεια
πίσω από τη φράση: δόξα τω θεώ
που έχω δουλειά.
«Αυτονόητο»
μονολόγησε
και συνέχισε να μαζεύει
τα σκουπίδια του Δήμου.
Κάπου – κάπου κοίταζε
τον κόσμο που περνούσε
βαδίζοντας
στην κορυφογραμμή των βλεφάρων.
Αυτή η  αναμονή
δεν είχε ποτέ μια γεύση γλύκας
στην γωνία που σε περίμενα.
Φούσκωνα
και ησύχαζα 
καθώς προέβαινες
με στητή την ομορφιά.

Πως μπορώ
να μην ρίξω
σε τούτο το διάβα σου,
την προβιά μου
και να απλώσω
τους πόθους της αγάπης μου;
καθώς τα σπίτια γύρω μου
σβήνουν τα φώτα
και κοιμούνται;
                                    
 Θάνατος είναι ότι δεν έδωσες ενώ μπορούσες:Ποιήματα2014
                                                              


 ~Κάμπος Μιας Νότης~

 Την τελευταία χρονιά ήμουν μικρό,
ο κόσμος μεγάλος.
Κουφόβραση στον κάμπο

Ειδοποιηθήκαμε,
-εδώ θα πρέπει να το πω-
η κοινότητα και ο αστυνόμος
- νάναι καλά- οι θεσμοί
άριστοι στο έργο τους,
η πρώτη με το μεγάφωνο στα χείλη
κι ό άλλος με το μπεγλέρι στα χέρια.

Στην δημοσιά-που ήθελε επειγόντως επιδιόρθωση-
το έλεγε και το επείγον τηλεγράφημα
(με κόκκινα γράμματα
 η λέξη επείγον: εγκυμονεί κινδύνους  για το έθνος)
θα σταματούσε ο Παττακός και ο Μακαρέζος,
στον δρόμο για την πόλη των Σερρών.

Σε δυο ώρες γέμισαν τις λακκούβες
σε δυο ώρες
πλέναμε τα χέρια (για το χειροκρότημα)
χτενίσαμε τα μαλλιά μας
ποδιές στο χρώμα του ουρανού και της Θάλασσας
(αγόρια και κορίτσια)
σημαιούλες
στο μυαλό
σε δυο ώρες, η κυρία Δασκάλα (πιο κυρία από ποτέ)
εν δυο.
Το αμάξι πέρασε
-τι ωραίο μαύρο χρώμα-
….κυρία. (κόμπιασε η λέξη στο λαιμό)

Οι σημαίες χρόνια τώρα κυματίζουν μέσα μου.
Δεν γνώρισαν ποτέ τους άπνοια.

**
Όταν έσβησα ο πατέρας

Όταν  έσβησε ο πατέρας,
έπεσε στο έδαφος,
ένα δένδρο στην αυλή
που γεννήθηκα.
Κοίταζα το ταβάνι,
πατούσα το πάτωμα,
λείψανε τα κλαδιά,
λείψανε
ο κορμός και τα φύλλα,
οι ρίζες μου.
Ήρθαν συγγενείς, φίλοι
ξενιτεμένα αδέλφια,
μοιρολογίστρες,
από τον πέρα μαχαλά,
ήρθαν οι μοίρες.
«Θα γίνεις εσύ ένα δένδρο
θ΄ απλώσεις τις δικές σου ρίζες»
Εγώ όμως το ήξερα,
βαθειά μέσα στην γη μου,
ένα δένδρο έπεσε
και χάθηκε το δάσος.

***
Άραγε τι σκέφτοναι οι άνθρωποι αυτοί
κρατώντας την άκρη του τσιγάρου
πατώντας στα λερωμένα χόρτα
κάθε μέρα
κάθε βράδυ
λίγο πριν τους πούνε : φύγετε

Το πρόσωπό τους μοιάζει
με κερί κίτρινο από συνειδήσεις
μοιάζει
πράσινο σαν τα  πεύκα νεκροταφείων
μοιάζει
σαν αυλή μικρότερη της παλάμης.

Μια σπιθαμή τσακισμένες τσουκνίδες
τόσο απάντησαν είναι αρκετός τόπος να ζήσουν.

Μα δες τόσο τόπο δεν  έδωσαν.
Και κείνοι απάντησαν μασώντας
την άκρη του τελειωμένου τσιγάρου
σβήνοντας με την μύτη των παπουτσιών
την κάφτρα ως αντίδοτο, στα λερωμένα χόρτα.

                                              
                       Κάμπος Μιας Νότης:Ποιήματα2011
                                                  

***
 ~Ξέρω έναν τόπο~


''Το χωριό μου''

Το χωριό μου έχει μια μάννα 
που κλαίει τα βράδια.
Το δάκρυ δεν στάζει
στην ροδιά της αυλής.

Έχει ένα σπίτι,
τα κλειστά παραθύρια φτάνουν,
εκεί που μιλούν τα παιδιά του.

Πίσω από την Εκκλησιά υπάρχει ένα μνήμα,
μπορεί και χαμογελά ακόμα ένας πατέρας.

Το χωριό μου έχει ένα δάσος,
να το περπατήσει κανείς δεν μπορεί.
Ζούνε οι ρίζες.

Κι όταν πεινάω,
πετάω στους δυο λόφους.
Μιλώ του βουνού μου και κλαίω.


**
 Οι φίλοι μου

Γυρίζω το αγύριστο κεφάλι ,
οι φίλοι μου...
Παιδικά χαλάσματα…

Χαθήκαν μέσα στα νερά του ξεροπόταμου,
με τις χάρτινες βαρκούλες ν΄ αρμενίζουν
στα πράσινα ρυάκια του.

Οι φίλοι μου, 
στου Πέγκου τα τρεχάματα,
στης Μαγκίλας την ανεμώνα,
στου Κρίστο τα αγριοκρινάκια.
Γυρίζω το κεφάλι μου, πίσω οι φίλοι μου,
στραγγίζοντας τις νιόβγαλτες σκέψεις
στα πρωτοβρόχια των περιβολιών,
στα πικραμύγδαλα και στα κυδώνια πίσω από το Αι Αντώνη.

Γυρίζω το κεφάλι μου,
οι φίλοι μου.
Χρόνια τώρα
δρομολόγια στην Βόρεια Ελλάδα,
στην Θράκη, Μακεδονία, Νησιά
μες στο χακί,
μέσα στους μαύρους μπερέδες,
με την προσμονή να φύγουν.
Που να πάνε;
Γυρίζω πίσω κι οι φίλοι μου δεν είναι εκεί.

**
 Μικρά ποιήματα με φόντο τον ξεροπόταμο

Γνώριμη μορφή, κινούσες τα σύρματα
στις όχθες του ξεροπόταμου.
Με τα μαλλιά σου φόβιζες τα πουλιά
τα έκανες μαστίγιο και,
χτυπούσες το μάγουλο
μέχρι να ματώσει τόσο,
που το νερό του ποταμού
κοκκίνιζε.
Έπειτα έπλυνες το πρόσωπό σου
και το σκούπιζες με τις τσουκνίδες

***
Είσαι τελικά νερό που αλλάζει χρώματα;

Και οι σκαπανείς;
Που πάνε οι σκαπανείς
κάθε Σαββατοκύριακο,
αγγαρεία με τις τσάπες και
τις τσουγκράνες στους κυρτούς ώμους
στοιβαγμένοι σε καμιόνια;
Προς τα νταμάρια με τις άσπρες κοτρόνες
αιχμάλωτοι των ταμάτων
έρμαια της σκόνης και του πνιγηρού ανέμου.

Ανάμεσα σε αυτούς και ο ποιητής.

***
Όλη την νύχτα με περίμενες.
Έμαθα, με περίμενες
και εγώ εκεί στο νταμάρι της ποίησης
σε περίμενα εκ νέου.

Κι ήρθε το βράδυ
όπου το φεγγάρι κατέβασε βροχή
και χόρεψε μαζί του.
Ο ξεροπόταμος έτρεχε,
έτρεχε γρήγορα.
Κανείς δεν τον προλάβαινε τότε
πόσο μάλλον τώρα.
***




''Οι φίλοι μου''

Γυρίζω το αγύριστο κεφάλι ,
οι φίλοι μου...
Παιδικά χαλάσματα…

Χαθήκαν μέσα στα νερά του ξεροπόταμου,
με τις χάρτινες βαρκούλες ν΄ αρμενίζουν
στα πράσινα ρυάκια του.

Οι φίλοι μου, 
στου Πέγκου τα τρεχάματα,
στης Μαγκίλας την ανεμώνα,
στου Κρίστο τα αγριοκρινάκια.
Γυρίζω το κεφάλι μου, πίσω οι φίλοι μου,
στραγγίζοντας τις νιόβγαλτες σκέψεις
στα πρωτοβρόχια των περιβολιών,
στα πικραμύγδαλα και στα κυδώνια πίσω από το Αι Αντώνη.

Γυρίζω το κεφάλι μου,
οι φίλοι μου.
Χρόνια τώρα
δρομολόγια στην Βόρεια Ελλάδα,
στην Θράκη, Μακεδονία, Νησιά
μες στο χακί,
μέσα στους μαύρους μπερέδες,
με την προσμονή να φύγουν.
Που να πάνε;
Γυρίζω πίσω κι οι φίλοι μου δεν είναι εκεί.
                                                       
                                         Ξέρω έναν τόπο:Ποιήματα 2013
                                                       


Βιογραφικό: Ο Δημήτριος Γκόγκας γεννήθηκε το 1964 στο Στρυμονικό Σερρών. Σπούδασε στην Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών στα Τρίκαλα. Ασχολείται με την ποίηση. Συνεργάστηκε στην έκδοση του Βιβλίου «Το χθες της Ξάνθης σαν σήμερα» από τον Δήμο της Ξάνθης το 1998, με ευθύνη κυρίως της συλλογής και αρχειοθέτησης του υλικού. Ποιήματά του έχουν αναρτηθεί σε σελίδες του διαδικτύου.
To 2014 βραβεύτηκε με τον Α΄ Έπαινο στον Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης της Πνευματικής Συντροφιάς της Πόλης Λεμεσού Κύπρου για το ποίημα : Περιγραφή για ένα Θάνατο Την ίδια χρονιά έλαβε το 2ο Βραβείο του 3ου Ποιητικού Διαγωνισμού ΕΛΙΚΩΝ "Στο μισό του δρόμου το τέλος αργεί ακόμη" Το ποίημά του : ΦΟΒΟΣ έλαβε το Α΄Βραβείο στην κατηγορία :(ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ) ΠΟΙΗΣΗ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ του ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ "ΣΙΚΕΛΙΑΝΑ 2014" Το 2014 συμμετείχε με δύο ποιήματα στην Ομαδική Ποιητική Συλλογή, Poetry News , από τις Εκδόσεις ΔΙΑΝΥΣΜΑ


Διαβάστε εδώ:http://www.easywriter.gr

Οι ΠΟΙΗΤΙΚΕΣ  ΣΥΛΛΟΓΕΣ (σε μορφή e-book) ΣΤΙΣ ΣΕΛΙΔΕΣ ΤΟΥ ΔΙΑΔΙΚΤΥΑΚΟΥ ΧΩΡΟΥ