Κυριακή, 22 Φεβρουαρίου 2015

Σύγχρονοι Έλληνες Ποιητές, Vaios Metaxogiennis


  


                                             Vaios Metaxogiennis

 

1)<<...χειμερινοί κολυμβητές>>

Στην άκρη στοιβάχτηκαν όσοι νωποί προσπέρασαν την έξοδο διαφυγής. Στην άκρη της πόλης καταποντίζονται οι τόποι της γραφής. Αυτοί που στέρφουν από την ακύμαντη αλυκή. Αυτοί στην άκρη του άυπνου οπλισμένοι με ακίδα που τρυπάει μελάνι και αγκυροβολεί την ανυπακοή. Στην γλίτσα των υπονόμων κωπηλατούν ιππόκαμποι. Ακροβατούν στις χολωμένες δρασκελιές αυτών που περπατήσανε στο νερό. Αυτοί κρατούν στο στόμα τους ακόμα τις ακρίδες ζωντανές για να εξαγνίσουν την επιταχυνόμενη φθορά. Σε κάθε άκρη μια θάλασσα πνιχτή. Εκεί που οι γοργόνες πιάνονται από τα μαλλιά και την οστεοπόρωση και οι τρίτωνες το έχουν σκάσει από το γηροκομείο. Εκεί που αναδύονται από λερούς αφρούς ρακοσυλλέκτες και ζητιάνοι με θαμπά βότσαλα στις τσέπες,αναζητούν σπασμένα μάρμαρα και τούβλα. Πάντα εκεί και άλλοι αλάθητοι με ξέχειλα μαγιό. Εκεί και άλλοι ηρωισμοί πελαγώνουν στα λίπη και άλλοι απλά που ξέχασαν ετούτο το πρωί τις κούφιες τις μασέλες τους από βιασύνη να προλάβουν να εξαγοράσουν κύματα εκεί που εκβάλει το κουράγιο.


(painting- Rob McEwan)

                                        Vaios Metaxogiennis

_________________

2)<<...χαράζει...>>

Μια απαράβατη ησυχία πλανιέται στο απέραντο φτεροκόπημα αηδονολαλιών στην απανθρακωμένη προσμονή συνεχίζουν να σιγοτραγουδούν απονενοημένες φύσεις μια ησυχία κρεμασμένη στο ξημέρωμα στο σφρίγος της στιγμής στα κάγκελα στο ικρίωμα της φρόνησης λίγο πριν την αντάμωση στην πτώση ανάμεσα σε ανθρωποστεγείς σκυροδετήσεις η ακύμαντη στιγμή έρχεται επάνω της η πλάση να ακουμπήσει εξημερώνονται τα τσιμέντα οι κακοτράχαλοι ύπνοι λοξοδρομούμε του αφηρημένου προς το ανήλεο της γεωμετρίας ένα κάδρο θάλασσας ξεβράζεται λερό μέσα στις φλέβες στραγγαλισμών εκβάλλεται στους ναρκωμένους εναγκαλισμούς εφημερίδων μες την ησυχία ήδη διογκώνεται η αυγή με την συντέλεια της...

 

(odd nerdrum-ζωγραφική) 

                                       Vaios Metaxogiennis


___________________________________

3)<<...μια μέρα στη ζωή του Ω...>>

Το χάραμα ξυπνούσε τρώγοντας μια χούφτα στάχτης και κάρβουνα σβησμένα. Έτσι ήξερε τι να περιμένει από το υπόλοιπο της μέρας του. Τη νύχτα στα βήματα του κάθονταν και έπινε καμένο ορυκτέλαιο μαζί με αμμοχάλικο. Έτσι εξιστορούσε την ουλή σε πασαλειμμένα βλέφαρα. Στην κάψα του μεσημεριού προσπαθούσε πάντα να φάει τις σάρκες του μα μέχρι τώρα πνίγονταν πάντα από τις τρίχες του...άσε που ξερνώντας του έπεφταν και οι λογισμοί. Στο σβήσιμο του απογεύματος έλεγε να ξεκινήσει να τρώει από τα πόδια του μα πάντα ανέβαλε ετούτη τη φυγή...ήταν που αηδίαζε από τις σκασμένες φτέρνες του. Κάποιες φορές επέτρεπε στον εαυτό του την σπάνια απόλαυση να καταπίνει χώμα... κάποτε είχε ακούσει ότι του έκανε καλό...κόβονταν μαχαίρι ο στόμφος κάθε τι αλύτρωτου που μάχονταν να ουρλιάζει στον ενταφιασμό του. Καλά τα είχε πάει μέχρι τώρα,μέρα με τη μέρα ο ίδιος ατέρμονος κύκλος. Το μόνο ότι σε κάποιες απόμερες γωνιές όταν τυχόν αντίκριζε ιστούς αραχνών ένιωθε μόνο το σφρίγος της ζωής που λαθρεπιβαίνει στις αναπολήσεις των άλλων...των ανήμερων...

 

(ζωγραφική-oswaldo guayasamin)
__________________

_____________

4)<<Η θλίψη δεν δαμάστηκε ποτέ>>

Η θλίψη δεν δαμάστηκε ποτέ σταλάζει αδέσποτο αλύχτισμα υπόκωφο στάλαγμα αλυσοδεμένης νιότης βοά στη νύχτα στους φθισικούς λαμπτήρες βρυχάται στο χρόνο που ξεροκαταπίνεται αμάσητος

(...τίποτα δεν με αγγίζει πια δεν ξύνεται ο παγωμένος θόλος καίγονται από το κρύο τα σπλάχνα από καρδιά...)

Η θλίψη δεν δαμάστηκε ποτέ αντιφεγγίζει στους προβολείς απρόσωπων αυτοκινητοπομπών πυρακτώνεται στους γκρεμούς των υποκλίσεων σπαραξικάρδιες...ανήμερες απωθήσεις αβίωτης νιότης

(...τίποτα δεν με αγγίζει πια παλμοί μελανιασμένοι... τα άκρα μου μπλάβα... ύστερη η χαρά...ακόμη καρδιοχτυπά ξεχαρβαλωμένο παραθυρόφυλλο στην απεραντοσύνη του ανέμου...)

Η θλίψη δεν δαμάζεται ποτέ βόρβορος...πίσσα....κόκαλα και σαπισμένες προσδοκίες είναι στα ίχνη των μεγάλων απαρνήσεων που ακολουθούν τα βήματα μου καιροφυλακτώντας αγωνίες πνίγεται ολόκληρος ο κόσμος ανείπωτος μες το κομμένο μου λαρύγγι βαριές οι λέξεις κόσμοι ανεπιθύμητοι στις ράχες των φτερούγων

  

 

(painting by Allison Schulnik)

                                          Vaios Metaxogiennis

 


_________________________________________
 

5)<<Φωτογραφίες Θανόντων Εαυτών...Αλλήλων...Άλλων>>

Με πληγώνουν οι φωτογραφίες των άλλων είναι που δένονται τα χέρια τους άλλοτε σαν θεμέλια άλλοτε κλαδιά γυμνά σε τοίχο των χειμώνα ξύνουν και χτυπιούνται. Είναι το εύρος της απουσίας μου ορίζοντας ξερακιανός και κάθετος. Δεν συνυπάρχω στις φωτογραφίες άλλων, δεν μπορώ να βρω την κλίση των ρυτίδων, να σχηματίσω στο χώμα το εκμαγείο που θα φορά ακόμη χαμόγελο πλατύ με αδάμαστα ποτάμια αίμα.

Καταπίνω αμάσητες φωτογραφίες άλλων να βρω το βάθος της απάτητης πληγής, αυτής που εγώ φαντάζομαι χωρίς την αποφορά των απαιτήσεων. Σφίγγονται οι γροθιές, τα μάτια ασφαλίζουν, το στομάχι σκίζεται από την λάμα που σέρνει η θέλξη της σάρκας, ακυμάτιστος ωκεανός η θέρμη του δέρματος, φριχτή υπενθύμιση θνητότητας. Ήττα βαμμένη από το αίμα της μήτρας.

Δεν χωράω στις φωτογραφίες άλλων, κρέμομαι ανάποδα μέσα στη σπηλιά, έχω τα χέρια μου δεμένα, τα μάτια μου κλειστά, στο φόντο πίσω επιλέγεται ο κόρακας να κρέμεται δεμένος από το πόδι στον κορμό της αγχόνης, τινάζεται, κραυγάζει και οι σκλήθρες διαγουμίζουν φτέρωμα και δέρμα. Έσβησα από το τοπίο, υποχώρηση εμπρός στο γρανιτένιο βήμα της μονής ανάσας που ξετυλίγεται όπως το σώμα απογυμνώνεται από την σάρκα στον ερχομό της κατολίσθησης της επιδερμίδας. Βήματα πίσω πολλά, στην άκρη της ζωής, να υποκύπτω στην αβίωτη ζωή που μούλιασε το στέρνο με κρασί πυρφόρο που ξεχείλισε από τα χείλη αυτών που πνίγονταν στο αίμα.

Είχα και εγώ φωτογραφίες μα σε άλλες έσβησαν τα χρώματα, σε άλλες πάλι τράπηκαν σε φυγή τα ίδια πρόσωπα που βλέπω σε φωτογραφίες άλλων. Σε κάποιες άλλες παραπεταμένες χάσκουν τρύπες στα μάτια από φωτιά και βαρυγκώμια όταν ξεχειλίζει λάσπη από το σπλάχνο. Δεν χώρεσαν οι φίλοι στη ζωή και οι σύντροφοι σκορπίστηκαν ψίχες φτερούγες μαύρες σαν νυχτερίδες στη κλειόμενη συννεφιά των ουρανών και κάποιοι ελάχιστοι στο βύθος του ανθρώπου, στην κορυφή του λόφου γδέρνεται η γύμνια του πηλού από τα ξέφτια της σημαίας. Απωλέσας φίλους...συντρόφους...εαυτούς για να ανακουφίσω τον Τρόμο της πιο μύχιας και αλαζονικής προσωρινότητας...είναι ο(υ)λη δικιά μου... στο αίμα μου!

Έτσι έμειναν οι φωτογραφίες μόνες τους, αλλού κομμένες, αλλού κατεχόμενες, αλλού ξεθωριασμένες χωρίς τα πρόσωπα γιατί αυτά κουβαλούν τα νύχια της ελπίδας και την ψευδαίσθηση της μονιμότητας της σάρκας, της κραυγής. Επειδή πνίγονταν οι όψεις των άλλων στις φωτογραφίες, τα μάτια τους σπασμένα αγγεία, ηφαίστεια που εκρηγνύονται από φόβο, τις χάρισα σε εσάς και έγιναν οι φωτογραφίες άλλων. Μένω με φόνο ψυχής, με την αναπνοή μου, παλμός αρρύθμιστος, με την ανακοπή του. Γυμνός από αναμνήσεις, άδειος από ανθρώπους, τρύπιος από αγώνα στις παλάμες και στα πόδια, σβησμένη πίστη καύτρα στο αριστερό πλευρό.... και ο χρόνος χώμα...πόνος στις κόρες των ματιών και στην αναπνοή μου...



 (painting by Leon Golub-Burnt Man)

                                            Vaios Metaxogiennis

                                                        



 Βιογραφικό
Γεννήθηκα στον Πειραιά.Σπούδασα στο Λονδίνο Αγγλικές Λογοτεχνικές Σπουδές και Συγκριτική Σύγχρονη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία.Εργάζομαι ως καθηγητής Αγγλικής Γλώσσας.Σε έναν υπόγειο κόσμο γράφω για να ακουστεί η κραυγή μου,για να θεριέψει το σύμπαν,να πάρει την μορφή μου για να υπάρξω ολόκληρος.Είμαι 38 ετών και ζω στο Κερατσίνι με την γυναίκα μου και τους δυο γιους μου.