Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Διήγημα ,Τα Φεγγάρια Της Μαργαρίτας ,Του Πέτρου Τσερκέζη

                                                  







Το Διήγημα   Τα  Φεγγάρια  Της Μαργαρίτας διακρίθηκε με το Α’ βραβείο στον 30-ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό «ΣΙΚΕΛΙΑΝΑ 2014»

ΤΑ  ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΤΗΣ  ΜΑΡΓΑΡΊΤΑΣ

Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΗΤΑΝ ΨΗΛΗ και περπατούσε σαν να χόρευε. Την αποκαλούσαν το χρυσό κορίτσι του βόλεϊ. Το πρώτο πράγμα που αντίκριζες βρισκόμενος μπροστά της ήταν το επιβλητικό της ανάστημα, το καλλίγραμμο σώμα, τα μακριά της πόδια και οι καλοφτιαγμένες της γάμπες. Στο αριστερό της χέρι φορούσε πάντα ένα βραχιόλι κάπως παράξενο, παλιομοδίτικο. Ήταν το μοναδικό κόσμημα, από εκείνα τα φθηνά που κατασκευάζουν και φορούν οι αθίγγανοι. Δυο λαμπερά μάτια, καθρέφτης αγνότητας κι ένα αθώο αυθόρμητο χαμόγελο, σχεδόν παιδικό σε σκλάβωναν. Για κάποια φεγγάρια εργαζόμασταν μαζί στο ίδιο λύκειο. Μου ήταν άκρως συμπαθητική κι εκείνα τα φεγγάρια τ’ αποκαλούσα «Τα Φεγγάρια της Μαργαρίτας». Η ενθουσιώδης ιδέα πως στο σχολείο θα συναντούσα τη Μαργαρίτα έκανε τους δρόμους να χορεύουν. Κολυμπούσα σε μια απριλιάτικη αύρα. Αύρα Μαργαρίτας, σκεπτόμουν. Όταν απουσίαζε από το σχολείο δημιουργούνταν μια κατάσταση αδιαθεσίας, μια κενή ατμόσφαιρα νευρικότητας. Πως θ’ αντιμετώπιζα το σχολείο σε περίπτωση μιας πιθανής μετάθεσής της; Σίγουρα την επόμενη σε μια θάλασσα απόγνωσης θα έσπευδα να καταθέσω κι εγώ την αίτηση της παραίτησής μου. Το εννοούσα αυτό με πλήρης σοβαρότητα και συνείδηση ή είχε κάποια χροιά αστείου. Σε όλη τη φιλική μας σχέση επικρατούσε μια σπάνια συναισθηματική φόρτιση έντονης ευαρέσκειας. Το πουκάμισο της, στο κίτρινο της μιμόζας, γέμιζε το γήπεδο του σχολείου με ήλιο και με συνόδευε με κυματογενείς παλμούς σαν το ανέμισμα της καστανόξανθης κόμης της. Πότε-πότε την πείραζα μ’ ένα δίστιχο δημοτικού τραγουδιού:
«Ψηλό μου κυπαρίσσι λυγάει η κορφάδα σου,
Ποιος θα πρωτοφιλήσει την εμορφάδα σου».
Εκείνη χαμογελούσε με τα πράσινα μάτια στο χρώμα του γάργαρου νερού μέσα στις λυγαριές, αλλά άξαφνα εμφανιζόταν ένα πέπλο θλίψης περιπλανώμενο μέσα στους οφθαλμούς της σαν ένα κομμάτι ομίχλης πάνω στο ποτάμι. Κάτι είχε η Μαργαρίτα που υποχρέωνε να σκιρτούν ανήσυχα τα τρεμάμενα φτερά του πουλιού της νιότης. Το ‘γραφαν τα μάτια της για εκείνους που ήξεραν να διαβάζουν μάτια. Δεν επιθυμούσα όμως να διαβάσω πιο βαθιά, σαν να φοβόμουν μη χαλάσει εκείνη η ισορροπία που επικρατούσε μεταξύ μας, η γαλήνη του πιο ειλικρινούς χαμόγελου του κόσμου, λες θα λύγιζε και θα ‘σπαζε η λυγερή κυπαρισσένια κορμοστασιά.
ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ μας συνέδεαν δυο πράγματα, το βόλεϊ και ο χορός. Πάντα στις ώρες που είχα διάλειμμα θα ‘τρεχα στο γήπεδο του σχολείου, και ήμουν ευπρόσδεκτος από την πιο αδύναμη ομάδα, αντίπαλος της Μαργαρίτας γιατί ήμουν πολύ καλός σουτέρ και μπορούσα να το αντιμετωπίσω επάξια το κίτρινο πουκάμισο.
Εκείνο που μας είχε συνδέσει περισσότερο ήταν ο χορός. Όσες φορές γινόταν κάποιο πάρτι στο σχολείο, ή διάφορων ειδών χοροεσπερίδες, εμείς θα βρισκόμασταν πάντα εκεί προσκεκλημένοι ή απρόσκλητοι. Και ο πρώτος χορός θα ήταν δικός μας. Ήταν κλεισμένος για πάντα. Τον είχαμε συμφωνήσει με τη σιωπή. Δεν ήταν ανάγκη ούτε για σημάδια, ούτε για χειρονομίες. Μόλις άρχιζε η μουσική θα σηκωνόμασταν ταυτόχρονα και θα απευθυνόμασταν ο ένας προς τον άλλο με γαλήνιο και σίγουρο βήμα.
Η Μαργαρίτα δε χόρευε, πετούσε. Δεν είχα δει μπαλαρίνα να στροβιλίζεται τόσο υπέροχα. Η σύγκριση «χορεύει σαν πεταλούδα» δε θα ταίριαζε καλύτερα σε άλλη γυναίκα. Παρότι έβγαινε πάνω από μένα πέντε δάχτυλα, αυτό δεν μπόδιζε καθόλου να ήμαστε τέλειο ζευγάρι στο χορό. Πολύ μας ζήλευαν. Εμείς όμως δε θέλαμε να ξέρουμε. Διασχίζαμε την αίθουσα στροβιλίζοντας και νιώθαμε ευτυχισμένοι σαν βασιλικό ζευγάρι.
Πόσες φορές κρεμαστήκαμε ο ένας στο ώμο του άλλου σαν να χορεύαμε μόνο για πάρτι μας, σαν να μην υπήρχαν χίλια μάτια που μας παρακολουθούσαν σχολιάζοντας κάθε κίνηση και μας έτρωγαν με τα ρούχα. Με το μυαλό μου τολμούσα κιόλας να τη φιλήσω χορεύοντας ένα βαρύ ρούμπα και να την ξεγυμνώσω με αργές κινήσεις σαν στις ταινίες. Της έβγαζα εκείνο το άλλο, το πορφυρό πουκάμισο, το άγγιζα και με τύλιγαν οι φλόγες. Πότε ένιωθα ίλιγγο, μια απώλεια σταθερής επαφής με το έδαφος και άλλοτε μ’ ερέθιζε το κόκκινο σαν ταύρο στην αρένα. Αλλά το όνειρο ήταν μακριά από την πραγματικότητα. Με τη Μαργαρίτα ήμασταν μόνο φίλοι. Όλα τ’ άλλα ήταν παράξενα κόλπα του υποσυνείδητου, τα οποία πότε-πότε έμπαιναν πεισματικά σ’ ένα φαντασιακό φακό και μου προκαλούσαν αφόρητη αναστάτωση. Κάμε όνειρα, αγόρι μου, έλεγα, κάμε όνειρα.
Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ έλειπε για αρκετές μέρες από το σχολείο. H ομάδα του βόλεϊ της πόλης μας βρισκόταν στην πρωτεύουσα αγωνιζόμενη στο πρωτάθλημα της χώρας διεκδικώντας επάξια το κύπελλο. Τη θεωρούσα την απουσία της ερήμωση του σχολείου και της πόλης επίσης. Δεν υπήρχε διάθεση για μάθημα και καθημερινά διαπίστωνα πόσο απαραίτητη ήταν η παρουσία της στη ζωή μου. Οι μακρόχρονες απουσίες της με υποχρέωναν να γίνομαι βλοσυρά σιωπηλός και αυθάδης. Η ιδέα της επιστροφής της ήταν μια παρηγοριά. Σκεφτόμουν, πως με την επιστροφή κάτι θ’ άλλαζε, κάποια στιγμή θα αποτολμούσα να της εκφράσω τα συναισθήματά που ανάβλυζαν στην ψυχή μου. Εκείνη γύριζε και τα πράγματα συνεχίζονταν ξανά όπως πριν.
Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Τι έφταιγε άραγε; Τι ήταν αυτός ο χάλκινος μανδύας που τυλίγονταν στο σώμα μου και με μάργωνε; Μην έφταιγε ο ουρανός αυτής της γκρίζας πόλης και τα σκληρά μάτια σαν η πέτρα του, που μας περιτριγύριζαν σαν κακός οιωνός και δε μας άφηναν περιθώριο να εκφραστούμε; Εκείνο το ανεπιθύμητο που φοβόμουν και απωθούσα επίμονα όσο πιο μακριά γινόταν έφτασε μια ψυχρή μέρα του Γενάρη. Η μετάθεση.
Στην πραγματικότητα η μέρα ήταν απαλή και βελούδινη. Ήταν μια σπάνια μέρα. Μια από εκείνες όταν ο απέραντος ουρανός είχε αποφασίσει να χαρίσει στους ταλαιπωρημένους ανθρώπους της γης μια ιδιαίτερη απόλαυση. Η λευκές πεταλούδες του χιονιού χόρευαν πάνω από τη γη στέλνοντας μια ευγενική πρόσκληση να τις ακολουθήσουμε. Το χιόνι ερχόταν τόσο γαλήνιο και απροσδόκητο σαν να ήταν τεχνητό. Από το παράθυρο της τάξης χάζευα το χορό των νιφάδων του χιονιού μιλώντας για τον «Πόλεμο και Ειρήνη» και το ρωσικό χειμώνα όταν η φράση κόπηκε απότομα. Ξαφνικά είδα να αιωρείται η Μαργαρίτα σαν να είχε συντονίσει το βήμα της στο χορό με τις πεταλούδες του χιονιού. Φορούσε ανοιχτογάλαζο μπουφάν χωρίς την κουκούλα στο κεφάλι. Κοίταξα την ώρα. Είχαν μείνει ακόμα δέκα λεπτά για το διάλειμμα. Έδωσα στους μαθητές κάποιο καθήκον, επεξεργασία κειμένου και βγήκα από την τάξη.
«ΠΗΡΑ ΜΕΤΑΘΕΣΗ», είπε εκείνη και με κοίταξε στα μάτια σαν να περίμενε τη συγκατάθεση ή κάποια αντίδραση εκ μέρους μου. «Ήρθα να σ’ ενημερώσω και να σε αποχαιρετίσω».
«Και δέχτηκες;» ρώτησα καταθέτοντας όλη μου τη αναστάτωση.
«Δυστυχώς, ναι. Είναι μια ζηλευτή θέση. Δεν υπήρχαν πιθανότητες επιλογής. Κάθε άλλος στις συνθήκες μου το ίδιο θα είχε πράξει».
Την κοίταξα με μια συμπαντική απόγνωση χωρίς να δώσω καν σημασία στη λέξη «συνθήκες». Την αντιμετώπισα ξανά με χιούμορ, δεν είχα άλλη διέξοδο: Ψηλό μου κυπαρίσσι λυγάει η κορφάδα σου/ Άλλοι θα τη χαρούνε την εμορφάδα σου.
Αυτό ήταν όλο. Δεν υπέβαλα αίτηση για παραίτηση. Ούτε μου πέρασε καν από το μυαλό κάτι παρόμοιο. Δε χάλασα κόσμους. Τη δέχτηκα με μια αφύσικη ψύχρα αυτή την είδηση. Δεν ξέρω πια συμπαγή μάζα με κράτησε έτσι απαθή. Τα λόγια έμοιαζαν ανίκανα να εξυπηρετήσουν τις επιθυμίες μου. Εκείνη σηκώθηκε, έτεινε το κρινένιο της χέρι, το οποίο δεν έμοιαζε καθόλου με χέρι που μπορεί να σουτάρει φαρμακερά. Το έσφιξα και δεν ξέρω γιατί μου έμειναν τα μάτια στο ασήμαντο βραχιόλι που φορούσε στο αριστερό. Υποκλίθηκε ελαφρά και με φίλησε στα δυο μάγουλα. Τη φίλησα κι εγώ, βέβαια και μου έμοιασε τόσο εύθραυστη λες και σε λίγα βήματα θα γινόταν θρύψαλα.
«Θα ξαναβρεθούμε και θα τα πούμε σύντομα», είπε, γυρίζοντας και φεύγοντας με γοργό βήμα για να μη διακρίνω τα πράσινα της μάτια που είχαν αρχίσει να θολώνουν και να βουρκώνουν.
«Σίγουρα, στην ίδια πόλη ζούμε, δε θα χαθούμε», πρόσθεσα πίσω της νιώθοντας να με διατρέχει ένα παγερό ρίγος.
Δε συνέβηκε όμως έτσι. Εξόν τις τυπικές συναντήσεις μερικών δευτερολέπτων όταν κυνηγούσα την ομάδα σαν φίλαθλος, στο τέλος του αγώνα, δεν είχαμε καμιά άλλη ευκαιρία να βρεθούμε. Μετά από κάθε σουτάρισμα της Μαργαρίτας όλο το γήπεδο βούιζε σαν σε χορωδία: Ρίτα-Ριτάκι, το χέρι σου φαρμάκι. Χωρίς καμιά αμφιβολία ήμουν εγώ που ηγούμουν το γήπεδο. Ήταν σαν ένα ξέσπασμα που αναπλήρωνε την απουσία της. Το ήξερε κι εκείνη και σε μια από τις σύντομες συναντήσεις μας έξω από τα αποδυτήρια μου είπε: «Είναι ανώφελο να ξεσηκώνεις το πλήθος με τ’ όνομά μου».
«Είμαι θαυμαστής σου και εκφράζω μια πραγματικότητα», είπα. Έφυγε χαμογελώντας αμήχανα με ευδιάκριτη καλοσύνη.
Οι αγώνες είχαν τελειώσει και είχαμε σχεδόν τρεις μήνες να βρεθούμε. Μια μέρα έμαθα πως η Μαργαρίτα αρραβωνιάστηκε. Βούρκωσε ο ουρανός. Με πόνεσε πολύ, έτσι όπως πονάει μια μαχαιριά. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε να τη συναντήσω για μια ευχή, αλλά και να της τα ψάλλω κάπως. Κατά βάθος όμως προσπαθούσα να αναβάλλω και ν’ αποφύγω επ’ άπειρον αυτή τη συνάντηση χωρίς να γνωρίζω την αιτία. Πότε-πότε πλημμύριζε την ψυχή μου ένα μαύρο νέφος και ξεσπούσε μια καταστροφική καταιγίδα από καταιγιστικούς μονολόγους. Με μια τρελή επιθυμία να τα κάμω όλα σμπαράλια, να ουρλιάξω, να ξεσπάσω, να γρονθοκοπήσω τον εαυτό μου και να τρέξω να την αρπάξω στην αγκαλιά μου, να την κάμω δική μου. Όλο αυτό το ξέσπασμα τελείωνε μ' ένα «ηλίθιε, την έχασες για πάντα τη Μαργαρίτα». Το ταμπλό της κατάστασης ζωγραφίζονταν με τα πιο μαβιά χρώματα και γίνονταν πιο καταθλιπτικό όταν έκανα σύγκριση μ’ ένα άλλο κορίτσι, με το οποίο είχα αναπτύξει εφήμερες σχέσεις τον τελευταίο καιρό.
ΕΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ η σεζόν των θερινών διακοπών. Είχα προτείνει σ’ ένα φίλο μου να την αράξουμε κάπου, σε καμιά παραθαλάσσια πόλη με γούρι. Ίσως κάποια θερινή περιπέτεια να με υποχρέωνε να ηρεμίσω και να ξεχάσω την κακοδαιμονία και τη βλακεία που μου είχαν αρπάξει τη Μαργαρίτα από την αγκαλιά. Και η μοίρα με οδήγησε στην πόλη που παραθέριζε η Μαργαρίτα. Χάρηκε πολύ όταν με είδε, με γνώρισε με τον αρραβωνιαστικό της, τους απεύθυνα τις πιο εγκάρδιες ευχές και πότε βρισκόμασταν να κυλιόμαστε πλάι-πλάι στην καυτή άμμο, πότε δημιουργούσαμε στεφάνια με ιριδισμούς με τις χρυσές ρανίδες του νερού ή περνούσαμε τα βράδια στο ίδιο τραπέζι, σε μια εύθυμη και φιλική ατμόσφαιρα, προσκεκλημένοι του ευτυχισμένου ζευγαριού ή εκείνοι καλεσμένοι μας.
«Το ξέρεις πως εκείνη σε λατρεύει;» μου ψιθύρισε μυστικά μια μέρα ο φίλος μου.
«Ποια είναι εκείνη που με λατρεύει;»
«Η Μαργαρίτα, ποια άλλη;»
«Οι λατρείες έχουν πεθάνει προ πολλού, αγόρι μου. Απλώς υπάρχει η σκιά της παλιάς φιλίας».
«Αυτό που βλέπω δεν είναι απλή φιλία. Είναι ανώφελο να μου το κρατάς μυστικό, δε σκεπάζεται ο ήλιος με τον κόσκινο».
«Σκέτη φιλία», είπα ξανά. Ήταν αυγουστιάτικες νύχτες με κάποια σμαραγδένια φεγγάρια που τα ‘βλεπα να περνούν από το μπαλκόνι της Μαργαρίτας στο μπαλκόνι μου ή κατέβαινα μετά τα μεσάνυχτα στο γιαλό κι εκείνα πολλαπλασιάζονταν παίρνοντας την φανταστική τους λάμψη πάνω στα σγουρά κυματάκια. Εκεί μέσα ανακατευόταν και χανόταν και το πρόσωπο της Μαργαρίτας. Αυτά ήταν τα αληθινά φεγγάρια της Μαργαρίτας που με αναστάτωναν και μου είχαν κλέψει τον ύπνο. Απέφευγα επίμονα τις τρυφερές σκηνές με τη Μαργαρίτα. Δεν μπορούσαμε όμως ν’ αποφύγουμε τις καυτές ματιές. Κάθε προσπάθεια απέβαινε μάταιη και βασανιστική. Δεν ήταν απλό φλερτ, ήταν χείμαρρος που μας είχε αρπάξει και μας παρέσερνε στο μάτι του κυκλώνα. Βρισκόμουν σε τρομερό δίλημμα. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ήμουν τρελά ερωτευμένος με τη Μαργαρίτα και ζήλευα τρομερά. Έβλεπα όμως πως και ο αρραβωνιαστικός της ήταν αρκετά τρυφερός μαζί της. Ήταν ευγενέστατος και την κοίταζε στα μάτια σαν να ήταν μια θεά.
Πως να πράξω; Σκεφτόμουν πως η μοναδική λύση θα ήταν να βρω μια αιτία και να το σκάσω αφήνοντας το ζευγάρι στην ησυχία του. Δεν χρειάστηκε όμως να φύγω, άλλος θα το ‘βαζε στα πόδια.
Εκείνη ήταν μια βραδιά θρίλερ. Είχαμε κλείσει τραπέζι σ’ ένα κέντρο πάνω από τη θάλασσα ακριβώς. Τόσο κοντά που την αγγίζαμε με τα δάχτυλα. Μια τεράστια πορτοκαλί πανσέληνος είχε προβάλλει εκεί μακριά στην απεραντοσύνη του πελάγους κι ερχόταν να μας αναστατώσει όλους. Μύριζε ιώδιο και έντονη ψαρίλα. Η θάλασσα μας ράντιζε με φεγγαρένιες ρανίδες. Καθόμασταν οι τρεις, εγώ ο φίλος μου και η Μαργαρίτα στο πιο ακρινό τραπέζι σε μια παράξενη κατάσταση τεταμένης σιωπής. Εν αναμονή του αρραβωνιαστικού της Μαργαρίτας δεν μπορούσαμε να δώσουμε παραγγελία. Εκείνος αργοπορούσε αδικαιολόγητα και δεν γνωρίζαμε την αιτία. Ούτε καν η Μαργαρίτα. Κάποια στιγμή επηρεασμένος από όλη αυτή τη φεγγαράδα προσπαθώντας να καταπραΰνω την αγωνία για την απουσία του αρραβωνιαστικού άγγιξα το χέρι της. Εκείνη όχι μόνο δεν το τράβηξε, αλλά μου το χάιδεψε τρυφερά λες και οι μαλαματένιες ακτίνες έρεαν μέσα από τα δάχτυλά μας. Αντικρίζοντας τον αρραβωνιαστικό τραβήξαμε
τα χέρια αστραπιαία. Σίγουρα εκείνος δεν ήταν δυνατό να προσέξει τις κινήσεις μας στην απόσταση που βρισκόμασταν. Μόλις πλησίασε στο τραπέζι καταλάβαμε. Ο αρραβωνιαστικός έμοιαζε με φουρτουνιασμένο πέλαγος. Τράβηξε οργισμένος την καρέκλα, έσπρωξε βίαια το τραπέζι, γύρισε και έσπασε ένα νεροπότηρο και το κύμα ανέβηκε στο τραπέζι μας. Είχε ξεσπάσει η θύελλα. Έμοιαζε έξαλλος. Δε ζήτησε συγνώμη για την αργοπορία.
«Μου δίνεις λίγο το βραχιόλι, Μαργαρίτα».
«Γιατί;» ρώτησε εκείνη με μια ψυχρή φωνή.
«Να το ‘δω. Γιατί δεν φόρεσες το βραχιόλι που σου χάρισα;»
«Θα το φορέσω. Μας περιμένουν πολλές ευκαιρίες. Μόλις
έχουμε αρραβωνιαστεί. Δε μας τελείωσαν οι μέρες».
«Δυστυχώς».
«Τι εννοείς;»
«Δώσε μου το βραχιόλι».
«Ορίστε».
«Τι γράφει εδώ».
«Ένα σύμβολο. Ένα Ζήτα. Ζωή».
«Αυτό σου φόρεσαν οι τσιγγάνοι όταν σε βρήκαν εγκαταλειμμένη στην ακροποταμιά; Ντρέπομαι για το δεσμό μας. Ντρέπομαι και δαιμονίζομαι για τον αρραβώνα μας. Μ’ εξαπάτησες. Είσαι μια εξώγαμη, μια μπάσταρδη και μου παρουσίασες για πατέρα έναν αθώο ανθρωπάκο, εξαπατημένος κι αυτός. Και η μητέρα σου τι απέγινε; Πέθανε πάνω στη γέννα; Τους εξαπάτησες όλους. Ζεις μέσα στο ψέμα και στην απάτη. Δε σου αξίζει η αγάπη μου. Εσύ, το χρυσό κορίτσι του βόλεϊ, δεν αξίζεις ούτε μια μπακίρα τσακιστή. Είσαι κάλπικη. Και τολμάς να κρατήσεις στο χέρι αυτό να δείξεις την καταγωγή σου; Αυτό είναι χειρότερο από αυτόφωρο. Αυτό το απαίσιο πράγμα κι εσύ την έχουν τη θέση εκεί στο βυθό της θάλασσας».
Πέταξε το βραχιόλι στη θάλασσα με μια βάρβαρη πράξη κι ένα βίαιο ύφος.
«Δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ πια», είπε φεύγοντας οργισμένος σαν ανεμοστρόβιλος χωρίς κανένα σεβασμό για τα πρόσωπά μας και το απροστάτευτο κορίτσι.
Πετάχτηκα στο πόδι σφίγγοντας τις γροθιές ορμώντας πίσω του. Ο φίλος μου, μου ‘κοψε τη φούρια.
«Σταμάτα, δεν αξίζει τον κόπο», είπε, «Γύρνα στο τραπέζι, σε χρειάζεται η Μαργαρίτα».
Τώρα και η θάλασσα χτυπιόταν άγρια σαν ζωντανή. Μας χαράκωνε το δέρμα με κοφτερές λεπίδες και νυστέρια. Που είχαν δραπετεύσει εκείνες οι βελούδινες, φεγγαρένιες ρανίδες, που μας είχε χαρίσει γενναιόδωρα στην αρχή.
«Εσείς δε θα φύγετε;» ρώτησε η Μαργαρίτα κι ένα αργυρό δάκρυ χαράκωσε το μάγουλό της, το δάκρυ του φεγγαριού.
«Όλους σας έχω εξαπατήσει, φύγετε και αφήστε με στη μαύρη μου τη μοίρα».
«Όχι», είπα, «αυτές οι κακοήθειες δεν αρμόζουν στο πρόσωπό σου. Εγώ γνωρίζω για τους γονείς σου και την καταγωγή σου, τα ‘χω ακούσει όλα από το στόμα σου. Και τα πιστεύω. Ξέρω πια είναι η αλήθεια. Όσα ξεστόμισε εκείνος ο παρανοϊκός δεν αλλάζουν τίποτα μεταξύ μας. Εσύ θα είσαι πάντα το λατρεμένο μου, χρυσό κορίτσι του βόλεϊ».
Σηκώθηκα έβαλα τα χείλη μου στο μάγουλό της, ρούφηξα το δάκρυ της και την αγκάλιασα θερμά ψιθυρίζοντας:
Ψηλό μου κυπαρίσσι λυγά η κορφάδα σου,
Για πάντα θ’ αγκαλιάζω την εμορφάδα σου.
Μια αθώα, ερωτιάρα πανσέληνος αρμένιζε στα ταραγμένα νερά στα ανοιχτά του πελάγους και στα μάτια της Μαργαρίτας.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ