Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

~ Τρία Ποιήματα, του Πάνου Νιαβή~

                                      


Πάνος Νιαβής


 Στην αυλή  του φθινοπώρου
Ανάλγητες  οι  μέρες  κυλούν   ενώ  μπαίνουμε   στην  αυλή του φθινοπώρου  ,
σκέφτομαι  , ο  πρόσκαιρος  χρόνος  μας  είναι ένα  παλιό  πανδοχείο
νοικιάζουμε προσωρινά τις καμάρες  του   που  δεν ανήκουν   σε  κανένα .

Ένα  παλιό  γράμμα στο τραπέζι   με  επιστρέφει  στις  νεκρές μέρες  του αποστολέα.
Οι σοφάδες   ξεφτίζουν  και οι προσόψεις  των παλιών  σπιτιών ζωγραφισμένες  ερημώσεις
σώζονται ως  ευκαιριακές  αναμνήσεις  ή σε παλιές φωτογραφίες  με διφορούμενες   πλάνες   ,
εκδοχές  κλειδωμένες στο σκοτάδι  καταπίνουν το ατελεύτητο  έρμα  απέραντων  νυχτών .

Επικαλούμαι την αμεριμνησία της γέρικης  κορομηλιάς  στην  άκρη  του παλιού χωραφιού
ακίνητη  στο χρόνο  παίζει μουσική με τον άνεμο, αφιερωμένη στη σιωπή  χωρίς   να  νοιάζεται
για οριστικές  απουσίες νεκρών και ζωντανών  ανθρώπων και τα ημιτελή  έργα  τους ,
Επινόηση   και ο στροβιλισμός σε χαμένα σχήματα ,κουβέντες  πραγματικές ή φανταστικές .

Μα κι αυτά    που σου γράφω τώρα – για την ματαιότητα του   εφήμερου χρόνου ,σε τι αλήθεια χρησιμεύουν;
Μάλλον στο φόβο της  λησμονιάς γράφω ,  φωτίζοντας στιγμιαία  τις εκκωφαντικές   σιωπές  μου,
που επέρχονται  ενώ το φθινόπωρο πλησιάζει καθώς ο χρόνος μου  ωριμάζει  σαν  άνθος ιβίσκου,
ενώ οι  θύμησες  παλεύουν και  με παιδεύουν  εντός  μου σαν βουβό απείκασμα  θνήσκοντος  τζίτζικα.

Με χλαλοές  φτεροκοπημάτων  αποδημητικών  πουλιών  ανελέητες οι εποχές  με  προσπερνούν
και φεύγουν   σαν ίσκιοι  στις  περιδινήσεις  του αιώνια εφήμερου χωρίς τύμπανα και φρούδες ελπίδες ….

                                                                              
Νάουσα,στην οδό Κοντοζή


Στην οδό  Κοντοζή  τα  σπίτια  γέρασαν σαν το alea  jacta est , Μαρία
τα Σάββατα  ταξιδεύουν πια ,στις γραμμές της  διαρκούς   παρακμής
ο χρόνος  νέγρος  νοτισμένος  απ’ την  εσωτερική του  βροχή
ενταφιάζει στον απόκρημνο  βυθό της  λήθης  απόμαχα   όνειρα .
Μόνο τα  έλατα στις αυλές  θροΐζουν  τις αγέρωχες πράσινες ακίδες τους
χαράζοντας  στον νοητό πίνακα  της  μνήμης   χαρμολύπη  μελαγχολίας.

Τα σπίτια ψήλωσαν παράταιρα   και  έχασαν την πορφύρα του ταπεινού .
Οι  μεγάλες  συναρπαστικές  ιδέες  των  πληθυντικών εξάψεων
διαιρέθηκαν  υποκύπτοντας  στο  μεγάλο αμάρτημα της ενικής προοπτικής.
Τα κοντινά  εργοστάσια γέρασαν , Μαρία , κι  η βροχή  σιγοτρώει
το ατσάλι και τις  σκυφτές   καύτρες  των απολυμένων   εργατών.
Η  βασιλεία  των εγγαστρίμυθων και το συντακτικό  της σιωπής
αναπαύεται στις αφηρημένες  διαθλάσεις  των παλιών   φανοστατών .


Άκουσα   το ενδότερο  της εσωτερικής βουής  του   ανέμου  Σάββατο
Βράδυ Μαρία , να  λυπάται  στις  στέγες  γεγονότων  που  γέρασαν ,
κι   άτακτους  βρυχηθμούς  παιδιών των  παλιών    πληθυντικών  Ιουλίων
να μπαρκάρουν   μες  την   ευταξία    ενικών  αποβάθρων λησμοσύνης  .
Στην   οδό  Κοντοζή ,  Μαρία , η κατάρρευση αγκαλιάζει το τελευταίο σπίτι
και σκεπάζει στα χαλάσματα  απαρέμφατα   και  θρύψαλα παλιών ενεστώτων…

Γέναρης 2009



Ένα ποίημα

Υπάρχει πολύ ξενιτιά στην ψυχή μου και καταλαγιάζει επειδή Υπάρχεις

Πορεύομαι νύχτες σκοτεινές στις κυκλοτερές γαίες του μυαλού μου
κρατώντας την υπόμνηση : το «να ξέρεις» είναι ανεκτίμητος πλούτος
αυτός δεν ξοδεύεται, δεν σπαταλιέται και τοκίζεται για πάντα .
Είναι αυτός τελικά που με συμφιλιώνει με το τυφλό έρεβος
απαλύνοντας την οδυνηρή επικράτεια του απόλυτου σκότους
εκεί που η μέθη του βίου βουλιάζει στη σκόνη της αφάνειας
και η νύχτα ψυχορραγεί στη φενάκη πεπλανημένων λέξεων.

Ρέουν ο χρόνος και το εκκρεμές του προς την οριστική εξορία
και τα χρώματα καταφεύγουν αλλοιωμένα σε σκιές που ψηλαφιούνται
καταδικάζεται ανεπίστροφη η εικασία θεϊκών αναπαύσεων .
Φωτίζει αχνά η φλόγα των κεριών το μέλλον και την αμηχανία της νοσταλγίας
βυθίζοντας όλα τα διωγμένα στις παρυφές αξημέρωτων πρωινών
ή στις αμέτρητες εκδοχές που καταχωνιάζει ο Θεός τα μυστικά του.

Συνδαυλίζω τη φωτιά και συμφιλιώνω τη λήθη με ονόματα παλιών φίλων
αλλάζω τη φορά των πραγμάτων και υπάρχω στην ύπαρξη σου Αλκμήνη .
Μια νεράιδα χαϊδεύει στον ουρανό την άκρη του ανίκητου Ηλίου .
Άνοιξε το παράθυρο ,ξημερώνει, ακούω τα πουλιά να καταργούνε την Νύχτα
η τραγική ομίχλη εκτοπίζεται σαν στίχος ποιητικός σε κιτρινισμένες σελίδες.
Ανταμώνει η δίψα με την αυγή βαθιά μέσα στο αίμα και πορεύεται βέβαιη .
Υπάρχει πολύ ξενιτιά στην ψυχή μου και καταλαγιάζει επειδή Υπάρχεις Αλκμήνη…

 Νιαβής Πάνος