Σάββατο, 1 Νοεμβρίου 2014

Βεργής Απόστολος





~Απόστολος Βεργής*~


-Εγώ  ο κολασμένος-

Ποιητικές περιπλανήσεις μες σε κλειστό δωμάτιο
Έξω η νύχτα εκβιάζει τις λιγοστές πηγές φωτός
Ενώ στο βάθος, μισοαναμένα κάρβουνα
Υπάρχουνε στο κέντρο του τζακιού.
Κρατώ εν' απ' τα κίτρινα, πεσμένα φύλλα
Που μάζεψα πριν πιάσει μια βροχή –
Μια καταιγίδα μουσικής
Παιγμένη μ' ένα τρόπο κλασσικό
Από τρελούς ροκάδες.
Απόψε διακτινίζομαι σε νύχτες μαγικές
Και παίζω με γεράκια∙
Απόψε μου μιλούν οι Άγιοι
Σε γλώσσα ηγεμόνων.
Η κόλαση με περιμένει, ασφαλώς∙
Όπως και κάθε άνθρωπο

που γράφει για αλήθειες.

        ***

-Το ποίημα της Νικολέττας-

Ροζ κινήματα – αποδράσεις∙
θέληση γι' αμφισβήτηση
λόγων και αρχηγών.
Η Νικολέττα αγαπούσε την βροχή –
ταυτόχρον' αγαπούσε και το καλοκαίρι.
Εγώ συνήθιζα να της μιλώ
κάνοντας χρήση κώδικα
κι εκείνη μου πετούσε πορτοκάλια...
Εκείνη ήτανε γυμνή
κι εγώ συνήθως έγραφα
βλέποντας μες στα μάτια της
ένα μεγάλο ήλιο.


       ***




-Εξασθενημένη μνήμη-
Βράδυ – αργά∙
στιγμές, μόλις μετά το δεύτερο ουίσκι.
Το τρίτο είναι ήδη στο ποτήρι.
Την τηλεόραση την άφησα να παίζει
σ' επανάληψη ταινία - Βουγιουκλάκη.
Είμαι ο εαυτός μου και δεν είμαι.
Είμαι αστός – είμαι Κινέζος∙
τα μάτια μου σκουραίνουν διαρκώς.
Καταλαβαίνω τα πάντα.
Με καταλαβαίνουν λίγοι.
Γράφω τα άπαντα∙
τα γράφω – να υπάρχουν.
Προσεύχομαι πάντοτε στην Βαγγελίστρα∙
Ύστερ' απολογούμαι στην μητέρα μου
όπως παιδί.
Μπα; Τελειώνει και το τρίτο το ποτήρι;
Μετά∙ στο τέταρτο
η μνήμη μου
θα 'χει εξασθενήσει πια –
τα μάτια θα 'χω κλείσει.


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΗΣ

*Ο Απόστολος Βεργής  είναι ποιητής  και πεζογράφος


Τρία Ποιήματα,Του Μανώλη Μεσσήνη

                                                 


Μανώλης Μεσσήνης

''Σταγόνα''
.
Σταγόνα που έπεσες στη γη
και κύλισες χαράσσοντας διάφανη ρωγμή
στην πέτρα, στο χώμα, στ’ανθρώπινο κορμί –
και στη φωτιά ακόμη,
ποια υδρία τ’ουρανού σε γέννησε
να τρέχεις του κόσμου τούτου τα αισθητά;
.
«Έρχομαι από του απείρου το κρυφό ψιθύρισμα
όταν των πραγμάτων η οιμωγή ψάλλει τη φλογισμένη δίψα
.
»Από τις μήτρες των κόσμων έρχομαι
και τις ακύμαντες από ψηλά φωτιές,
όπως εσύ τις νιώθεις
.
»Έτσι γεννήθηκα, δίχως σπέρμα, σε άρρητο χρόνο
Χωρίς να ξέρω το πέσιμό μου πού κυλά και πού καταλαγιάζει
.
»Το χάδι μού είναι άγνωστο, ούτε από πουλιού φτερό,
κι ας είμαι αυτό που τη φύση και τα γεννήματά της λυτρώνει
Ποτέ δεν ένιωσα το σκίρτημα, το σαν κιθάρας – λυγμικό,
που καθώς λένε μοιάζει του ανθρώπου τόσο
.
»Άκου κι αν δεν πιστεύεις κοίταξε
- σε όλες τις εποχές,
τη νύχτα
την ημέρα -
σαν κυλώ από ψηλά
πόσο η θλίψη μου ταιριάζει
πιο πολύ και απ’τη χαρά
και απ’το φως που είναι το ιδανικό σου
Η μοίρα μου είναι σαν την πάχνη,
να κρύβω τη χαρά, μα και τη θλίψη,
δίχως να ξέρω από πού η φύση μ’έχει πλάσει,
από ποια άκρα μεθόριο ξεκίνησα πατρίδα,
όπως εσύ, έχω ζωή κι όμως δεν έχω μοίρα…
.
© Μανώλης Μεσσήνης




                        ***
''Του γλάρου το κόκκινο μαντήλι''

Σκότωσαν τον γλάρο καθώς πετούσε
πάνω απ’των ονείρων του το μπλε,
και μαζί τη διάφανη χαρά του
Έμοιαζε λιπόθυμος μες στη γαλήνη
κρατώντας το κεφάλι του ψηλά
σαν κάτι να περίμενε,
και τα λευκά φτερά του
ξανοίχτηκαν στη θάλασσα
με τόση δύναμη
που αναστατώθηκε ο βυθός της
Αφροί τον κύκλωναν και πάνω τους
ξεδίπλωσε το κόκκινο μαντήλι του
Τον είχαν πληγώσει
τούτη τη φορά θανάσιμα…
Σκέπασε τους λευκούς αφρούς
το κόκκινο μαντήλι του,
κι όλη η θάλασσα
κι όλα τα βράχια αντίπερα
φόρεσαν το κόκκινο μαντήλι του…

© Μανώλης Μεσσήνης

              ***
''Ένα όχι...''

Τώρα
που έτοιμη είναι η ψυχή μου
στο χώμα να σκορπίσει και
σέρνομαι σαν φίδι πάνω στο κορμί της γης
.
τώρα, που κρέμομαι απ’το έσχατό της
σαν παιδί που κύλησε, μα πιάστηκε απ’τα γείσα
μιας στέγης, - τώρα
που είμαι έτοιμος στο χάος να εκσφενδονιστώ,
.
τώρα, που ένιωσα πόσο άδειασα
τα όνειρα απ’τη ζωή μου,
.
ψηλαφώ με πληγωμένα δάχτυλα
τις μνήμες, που τρομαγμένες φωλιάζουν
κάτω απ’την κάθε πέτρα της πορείας μου,
τις νιώθω παγωμένες σαν τα φίδια
ν’αναδεύονται κουλουριασμένες
μ’ένα σφύριγμα γεμάτο περιφρόνηση
.
Ω ερινύα, το δάγκωμά σου
σαν ένα δάκρυ αιμάτινο που στάζει
Τι ήμουν; Το Ναι,
που σώθηκε σαν λυχναριού το λάδι
.
Τώρα που κρέμομαι απ’της γης τα χείλη
σαν μια σταγόνα από’να φύλλο,
λαχταρώ
να ήμουν ένα Όχι ειπωμένο
σαν από μικρού παιδιού τ’αλύγιστό του μπράτσο
.
.
© Μανώλης Μεσσήνης




Βιογραφικά στοιχεία:
Μανώλης Μεσσήνης

Τρία Ποιήματα ,~Του Γιώργου Μανέτα~





~Γιώργος Μανέτας~


~Μνήμες~

Στον άταφο νάυτη

Στην γοερή σού ορκίζομαι κείνη κραυγή του φάρου
και στου βυθού που ξάπλωσες την άμμο την νωπή,
θύρα να βρω στα βάθη της ν’ ανταμωθώ του χάρου
τ’ ανήλια εκείνα δώματα που κατοικεί η σιωπή.


Κι όταν θα βρω το σκοτεινό του χάροντα λημέρι,
τα πιο ακριβά μαλάματα θα δώσω και σκουτιά,
 για να σου σφίξω ακόμη μια στερνή φορά το χέρι
πριν σε πλαγιάσει ατίμητο του ερέβους η ερημιά.


Πριν να σε λούσει πένθιμα το φως απ’ το φεγγάρι
και πριν της λήθης τ’ όνομα στην πέτρα σου γραφτεί,
βάζω την πένα στο χαρτί και κάνω την δοξάρι
για να τους πω πως χάθηκες δίχως κλαυθμό, ταφή:


Λέξεις συλλέγω ιάσμινες να πλέξω το στεφάνι
μα η ρίμα βγάζει συμφορά και στεναγμού λυγμό.
Στο θλιβερό ταξίδι σου, η πένα μου αποκάνει,
 πενθεί και υγραίνει ως να ‘τανε κι εκείνη από πνιγμό.

©Γιώργος Μανέτας


                ***


~Θύμηση~

Πάλι χθες στο εικονοστάσι σαν να σβήστηκε το φως μου·
 γιε μου - εσύ, πικρό κομμάτι της ζωής μου, μακρινό...
σε ποιας Θάλασσας τη μέση, σε ποιαν άκρη αυτού του
 κόσμου
ταξιδεύεις και δεν βλέπω πίσω να ΄χεις γυρισμό?


Σαν να μου χτυπάει την πόρτα κάθε θόρυβος που φτάνει
μα στην κάμαρά σου, γιε μου, το κρεβάτι σου αδειανό.
Το κρεβάτι αυτό που στρώνω και χαϊδεύω, - που ’χα ’γιάνει
 το κορμάκι σου εκεί πάνω· τώρα μοιάζει νεκρικό.


Θέλω λίγο ν’ αγκαλιάσω την ανέγγιχτη ψυχή σου
πριν τα μάτια μου σφαλίσω και δεν έχουν μνήμη πια.
 Έλα, εγώ μονάκριβέ μου που καρτέραα τη ζωή σου
 και τη στόλιζα με τ’ άνθη της ψυχής μου, γιασεμιά.


Πριν η νύχτα χαμηλώσει και μ’ αγγίξει το σκοτάδι
και σ’ αυτό το εικονοστάσι πια το φως μου σκορπιστεί,
έλα να σ’ αγγίξει λίγο της υστέρησης το χάδι,
και της θύμησής σου ο πόνος κάπως μέσα μου σβηστεί.

http://georgemanetaspoisi.blogspot.com/

©Γιώργος Μανέτας Ηλεκτρονικό βιβλίο http://joom.ag/gr5b#.U-IXne0Irlg


                                       ***

~Εσπεράνσα~

Πυρόξανθη, σαν τη φωτιά και σαν τον ήλιο, ξένη,
 κοχύλι ψάχνω να κρατεί τα γκρέμια σου μαλλιά.
 Λυσίκομη, δεν σε θωρώ στο φως οπού σε ραίνει.
Φασματική, δε σε μπορώ να σ’ έχω γι’ αγκαλιά.


Κι αν δε σε γνώρισα ποτέ, κι αν καθαρά δε σ’ είδα -
ως λικνιζόταν το κορμί στο λιγοστό το φως,
την ώρια έλουζε σκιά μια μαγεμένη αχτίδα, τ
όσο, που ποίημα μου ‘γινε κι απώτερος σκοπός:


«Tη γνώρισα μια Κυριακή μες στη βροχή
κι ήθελα τόσο να της πω μια καλησπέρα,
όταν οι στάλες πέφτανε με τον αέρα
και υγραίναν του προσώπου της κάθε πτυχή.


Είχε μι’ αρχέγονη ομορφιά το σώμα της,
 κισσός πλεγμένος πέφταν τα μαλλιά της,
το κόκκινο στα χείλη είχε το στόμα της
 και κάτι από τα σύννεφα η ματιά της.


Πάνω της, κίτρινο φορούσε το φεγγάρι
 και σκουλαρίκι έναν αστέρα λαμπερό.
Έμοιαζε κύμα ζωγραφιάς, ανέμου χάρη!
Είχε τον ήλιο περασμένο στο λαιμό.



Είχε πια φύγει όταν με πήρε το σκοτάδι,
με τη βροχή, προς ένα γκρίζο ουρανό.
Μες στα ταξίδια, είναι ο πόνος και το χάδι,
που ακολουθούν σε κάθε τόπο μακρινό.»


Μπορώ σε θάλασσα βαθιά, σφοδρά τρικυμισμένη.
Να ζω στην άβυσσο μπορώ με γύρω μου στοιχειά.
Μα δεν μπορώ να σε ξεχάσω, ξένη αγαπημένη.
 Απ’ έρωτα μου ‘χει πληγεί, η δύστυχη καρδιά.

http://georgemanetaspoisi.blogspot.com/

©Γιώργος Μανέτας Ηλεκτρονικό βιβλίο http://joom.ag/gr5b#.U-IXne0Irlg

 Βιογραφικό σημείωμα
Ο Γιώργος Μανέτας,είναι ναυτικός και ποιητής.
Γεννήθηκε στον Ιούλιο του1961στην Αθήνα,από Κερκυραίους γονείς.
Από το 1977 ταξιδεύει στο κατάστρωμα με φορτηγά και γκαζάδικα ποντοπόρα πλοία.
Με τη σύζυγό του Lizete,έζησε για λίγο καιρό στο Rio de Janeiro της Βραζιλίας και κατόπιν επαναπατρίστηκε.
Είναι τακτικό μέλος της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών.

Έχει εκδώσει τα βιβλία:Θάλασσα,ποιήματα(1997) 
Αστρολάβος,ποιήματα(1998)
Οξυτέρα Εγγυτάτη,ποιήματα(1999)
Ναυσίν Άριστοι,ποιήματα(2001)
CDAνθολογία Ποιημάτων(2004)
Ποιήματα ''Της στεριάς''2007-2013BLOG:
http://dimitradelakoyra.blogspot.gr/2010/08/blog-post_9284.html




Τρία ποιήματα ''Ψίθυροι''~''Προσμένοντας''~''Στης ξερολιθιάς τη λήθη'' Της Δήμητρας Δελακούρα



Δήμητρα Δελακούρα


''Ψίθυροι''
Είμαι της άνοιξης, πρωινό.
Διψώ τη φύση και πεινώ,
είμαι μια λεύκα.
Είμ’ αστεριού βέλο – ριχτό,
κι όταν πια σβήσω, ξενυχτώ
κάτω απ’ τα πεύκα.


Είμαι το λίκνο της βροχής,
κι όταν δεν έχω, της ψυχής
κρατώ μια στάλα.
Είμαι κλωνί δίχως ανθό.
Κι όλα τα γύρω μου πενθώ
τα ξένα τ’ άλλα.

Ειμ’ ο καρπός απ’ την ελιά.
Ένα σπουργίτη στη φωλιά.
Βουνήσια ράχη.
Είμαι του κάμπου η λησμονιά.
Είμαι στη βαρυχειμωνιά,
πεσμένο στάχυ.

Είμ’ ένας ήχος μυστικός,
ναός αρχαίος – ελληνικός,
άνεμος είμαι.
Φορώ τ’ αγγέλου τα φτερά.
Βρίσκομαι στ’ άγρια τα νερά,
στις όχθες κείμαι.

Είμαι μια πέτρα σ’ ερημιά.
Μια ξεχασμένη, σ’ αμμουδιά
μικρή βαρκούλα,
κι ‘όταν δεν έχει πια η ψυχή,
ψάχνει να βρει, όπου αντηχεί
λίγη βροχούλα.

©Δήμητρα Δελακούρα
Ηλεκτρονικό βιβλίο
http://joom.ag/0Hpb




''Προσμένοντας''

Άραγε, πούθε να κινάει τούτο της δρόσου αγέρι?
Σε ποιο πηγαίνει, αστέρι?
Ποια θάλασσα και ποια στεριά περνάει δίχως να ξέρει
ποιον αγαπώ, να φέρει? 


Σε ποια του κόσμου αυτή γωνιά, θα παύσει την ορμή του?
Ποιος ξέρει την αρχή του?
Άμα στενάξω «Σ’ αγαπώ» θα κάνει την, φωνή του?
Θα στείλει την, στ’ αυτί του?

Κι αν μπερδευτεί, με των βουνών τα δέντρα τα πελώρια
κι ακούσει: «Ζω πια χώρια» ?
Μην αρρωστήσει και βαριά μου πάθει στενοχώρια
εκεί, στα ξεροβόρια?

Μήπως, θα ‘ταν καλύτερα να τόνε περιμένω?
Το βέβαιο, να προσμένω?
Μήπως, τ’ αγέρι τούτο εδώ δεν θέλει ευτυχισμένο
ζευγάρι, αγαπημένο?

Άραγε, πούθε ν’ αρχινάει τούτο της δρόσου αγέρι?
Ποιος το μπορεί, να ξέρει?
Ήθελα εκείνον π' αγαπώ να πιάσει από το χέρι,
και πίσω να μου φέρει...

©Δήμητρα Δελακούρα
Ηλεκτρονικό βιβλίο
http://joom.ag/0Hpb



Στης ξερολιθιάς τη λήθη
Εγώ…

που τη σκέψη βασάνιζα
μ’ ανθομύρα κι αγάπανθους...
που μελάνι από βότανα
είχε η πένα – φτερό,


που η γραφή – σφυροκάλεμο
πλείστα μάρμαρα σκάλιζε –
πεταλούδες και μέλισσες,
για μι’ αγάπης καημό.

Με θυμάστε, - φαντάζομαι…
μ’ ανθογύρη και πέταλα...
που δινόμουν στον έρωτα...?
Τώρα, δεν έχω εγώ…

Ήρθαν μέρες, - ανάθεμα!
και μου πήραν τα ολάνθιστα,
και τα δέντρα μου πήρανε…
Μην οι λύκοι, ως εδώ…?

κι όλα γύρω τερμάτισαν
και βυθίστηκε η άνοιξη,
τ’ ανθομύρα, τα πέταλα,
κι όλ’ ανέσπερα, εδώ?

Μην τα χρόνια, πια δίσεκτα?
Μη φαντάζομαι, ανάποδα?
Μη τα δέντρα δεν πότισα?
Μην τρελάθηκα, εγώ?

Μην σταυρούς, ονειρεύομαι
και φαντάζομαι, μνήματα?
Μην εγώ, χρόνια πέθανα
και δεν είμαι πια εγώ?

Ή δεν έχω πια δύναμη…
Ή δεν έχω τη δύναμη…
Μήπως είμαι η αδύναμη,
και δεν έχω πια Εγώ?

Θα ξεσκίσω τη σάρκα μου!
Θα γκρεμίσω τα σύμπαντα!
Μα σ’ αυτούς, ούτε υπόκλιση!
Μον’ στον έρωτα, εγώ…

©Δήμητρα Δελακούρα
Ηλεκτρονικό βιβλίο
http://joom.ag/0Hpb






Μεγάλοι Έλληνες Ποιητές~Γιώργος Σεφέρης~







Στροφή
Στιγμή, σταλμένη ἀπὸ ἕνα χέρι
ποὺ εἶχα τόσο ἀγαπήσει
μὲ πρόφταξες ἴσια στὴ δύση
σὰ μαῦρο περιστέρι.
Ὁ δρόμος ἄσπριζε μπροστά μου,
ἁπαλὸς ἀχνὸς ὕπνου
στὸ γέρμα ἑνὸς μυστικοῦ δείπνου...
Στιγμὴ σπυρὶ τῆς ἄμμου,
ποὺ κράτησες μονάχη σου ὅλη
τὴν τραγικὴ κλεψύδρα
βουβή, σὰ νὰ εἶχε δεῖ τὴν Ὕδρα
στὸ οὐράνιο περιβόλι.
(από  την ποιητική συλλογή Στροφή,  το ὁμώνυμο ποίημα)
Επί Ασπαλάθων
Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.
Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες
τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι
δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια
καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.
Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν
ἀκόμη...
Γαλήνη
-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;
Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ
τ᾿ αὐλάκια.
Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος
(31Ματρίου 1971)
 ***
 Λίγο άκόμα

Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὶς ἀμυγδαλιὲς ν᾿ ἀνθίζουν.
Λίγο ἀκόμα θὰ ἰδοῦμε
τὰ μάρμαρα νὰ λάμπουν,
νὰ λάμπουν στὸν ἥλιο
κι ἡ θάλασσα νὰ κυματίζει.
Λίγο ἀκόμα, νὰ σηκωθοῦμε
λίγο ψηλότερα.
***



Υστερόγραφο


Ἀλλὰ ἔχουν μάτια κάτασπρα χωρὶς ματόκλαδα
καὶ τὰ χέρια τοὺς εἶναι λιγνὰ σὰν τὰ καλάμια.
Κύριε, ὄχι μ᾿ αὐτούς. Γνώρισα
τὴ φωνὴ τῶν παιδιῶν τὴν αὐγὴ
πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς ροβολώντας
χαρούμενα σὰ μέλισσες καὶ σὰν
τὶς πεταλοῦδες μὲ τόσα χρώματα.
Κύριε ὄχι μ᾿ αὐτούς, ἡ φωνή τους
δὲ βγαίνει κἂν ἀπὸ τὸ στόμα τους.
Στέκεται κεῖ κολλημένα σὲ κίτρινα δόντια.
Δική σου ἡ θάλασσα κι ὁ ἀγέρας
μ᾿ ἕνα ἄστρο κρεμασμένο στὸ στερέωμα,
Κύριε, δὲ ξέρουνε πῶς εἴμαστε
ὅ,τι μποροῦμε νὰ εἴμαστε
γιατρεύοντας τὶς πληγές μας μὲ τὰ βότανα
ποῦ βρίσκουμε πάνω σὲ πράσινες πλαγιὲς
ὄχι ἄλλες, τοῦτες τὶς πλαγιὲς κοντά μας,
πῶς ἀνασαίνουμε ὅπως μποροῦμε ν᾿ ἀνασαίνουμε
μὲ μιὰ μικρούλα δέηση κάθε πρωὶ
ποῦ βρίσκει τ᾿ ἀκρογιάλι ταξιδεύοντας
στὰ χάσματα τῆς μνήμης.
Κύριε, ὄχι μ᾿ αὐτούς.
Ἂς γίνει  ἀλλιῶς  τὸ θέλημά Σου.

***




Άρνηση


Στὸ περιγιάλι τὸ κρυφὸ
κι ἄσπρο σὰν περιστέρι
διψάσαμε τὸ μεσημέρι
μὰ τὸ νερὸ γλυφό.
Πάνω στὴν ἄμμο τὴν ξανθὴ
γράψαμε τ᾿ ὄνομά της
ὡραῖα ποὺ φύσηξεν ὁ μπάτης
καὶ σβήστηκε ἡ γραφή.
Μὲ τί καρδιά, μὲ τί πνοή,
τί πόθους καὶ τί πάθος
πήραμε τὴ ζωή μας· λάθος!
κι ἀλλάξαμε ζωή.
***
Ελένη(απόσπασμα)

Δακρυσμένο πουλί, στὴν Κύπρο τὴ θαλασσοφίλητη
ποὺ ἔταξαν γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τὴν πατρίδα,
ἄραξα μοναχὸς μ᾿ αὐτὸ τὸ παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὸ εἶναι παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ ξαναπιάσουν
τὸν παλιὸ δόλο τῶν θεῶν.
ἂν εἶναι ἀλήθεια
πὼς κάποιος ἄλλος Τεῦκρος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια,
ἢ κάποιος Αἴαντας ἢ Πρίαμος ἢ Ἑκάβη
ἢ κάποιος ἄγνωστος, ἀνώνυμος, ποὺ ὡστόσο
εἶδε ἕνα Σκάμαντρο νὰ ξεχειλάει κουφάρια,
δὲν τὄχει μὲς στὴ μοίρα του ν᾿ ἀκούσει
μαντατοφόρους ποὺ ἔρχονται νὰ ποῦνε
πὼς τόσος πόνος τόση ζωὴ
πῆγαν στὴν ἄβυσσο
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανὸ γιὰ μίαν Ἑλένη.

                                                                Γιώργος Σεφέρης


                                                      ''Σε κοίταζα μ' όλο το φως
                                                          και το σκοτάδι 
                                                      που έχω  μέσα μου''Γ.Σ.   


Γιώργος Σεφέρης
Βιογραφικά στοιχεία


Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιώργος Σεφεριάδης . Γεννήθηκε στα Βουρλά της Σμύρνης στις 29 Φεβρουαρίου του 1900Ήταν ο πρωτότοκος γιος του Στέλιου και της Δέσπως (το γένος Γ. Τενεκίδη) Σεφεριάδη. Το 1914 , εποχή κατά την οποία άρχισε να γράφει τους πρώτους στίχους, με το ξέσπασμα του Παγκοσμίου Πολέμου, η οικογένεια μεταναστεύει στην Ελλάδα.Ο Γιώργος Σεφέρης θα μείνει στο Παρίσι μέχρι το καλοκαίρι του 1924 , ακολουθώντας σπουδές λογοτεχνίας και αποκτώντας το πτυχίο της Νομικής αργότερα μεταβαίνει στο Λονδίνο για την τελειοποίηση των αγγλικών του εν όψει των εξετάσεων στο Υπoυργείο Εξωτερικών. Το 1925 επιστρέφει στην Αθήνα και το 1927 διορίζεται στο διπλωματικό σώμα ως ακόλουθος του Υπουργείου Εξωτερικών.Τον Μάιο του 1931 εκδίδεται με το ψευδώνυμο Γ. Σεφέρης η "Στροφή" και τον ίδιο χρόνο διορίζεται υποπρόξενος και έπειτα διευθύνων του Ελληνικού Γενικού Προξενείου του Λονδίνου όπου θα παραμείνει μέχρι και το 1934 .Το 1934 ο Γ. Σεφέρης επιστρέφει στην Αθήνα και τον Ιανουάριο του 1935 αρχίζει η συνεργασία του με τις εκδόσεις Νέα Γράμματα .Το 1936 διορίζεται πρόξενος στη Κορυτσά όπου θα παραμείνει μέχρι το 1938 .Το 1938 μετατίθεται στην Αθήνα ως προϊστάμενος της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου και Πληροφοριών. Το 1963 η φήμη του Σεφέρη ξεφεύγει από τα εθνικά όρια και εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο. Καρπός της, η βράβευσή του με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας από τη Σουηδική Ακαδημία. Είναι ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με το ανώτερο, παγκοσμίως, βραβείο πνευματικής προσφοράς προσφοράς ο Γ. Σεφέρης,έφυγε  από τη ζωή  στις 20 Σεπτεμβρίου το 1971 αφήνοντας δυσαναπλήρωτο κενό στη νεοελληνική λογοτεχνία. Μετά το θάνατό του εκδόθηκε το προσωπικό του ημερολόγιο με τίτλο «Μέρες…» καθώς και το «Πολιτικό» του ημερολόγιο. Η προσφορά του Σεφέρη στη λογοτεχνία μας είναι αναμφισβήτητη και εξέχουσας σημασίας. Άνοιξε νέους ορίζοντες στην ελληνική ποίηση και καταξιώθηκε σαν ένας ολοκληρωμένος ποιητής.