Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014









Μαρμαρυγές και θραύσματα  στην ποιητική όπερα του    
                               του  Τάκη   Βαρβιτσιώτη

           Τα σύμβολα, τα επίθετα  και το επέκεινα  της «καθαρής» Ποίησης.

       Κριτικές Προσεγγίσεις
                                                  από τον  Αντώνη  Περδικούλη  *        
                                          
        Εάν ζούσε σήμερα ο Τάκης  Βαρβιτσιώτης  θα ήταν 98 ετών. Γεννημένος στην Θεσσαλονίκη στις 17 Απριλίου 1916, πέρασε τις πύλες της Αθανασίας την 1η Φλεβάρη του 2011, αποδημώντας στην άγνωστη
αταραξία της σιωπής, εκεί  όπου ο χρόνος δεν είναι παρά μια  συνέχεια της δημιουργικής τελείωσης , δίχως υπαρξιακούς φόβους:
      « άφησε πίσω σου ολόκληρη τη συγκομιδή σου
        και φύγε όπως ήρθες με τα χέρια αδειανά..»
     Με την υψηλής ποιότητας Ποίησή του ο Β. αποτελεί έναν κορυφαίο δημιουργό της σύγχρονης ελληνικής ποιητικής εργογραφίας, στην ίδια γραμμή με τους  πρωθηγέτες Ρίτσο, Βρεττάκο, Παλαμά, Σαραντάρη, Καρυωτάκη , Σινόπουλο, Καρούζο και Ελύτη.
Υπήρξε ο κυριότερος εκπρόσωπος του ρομαντικού συμβολισμού στην Ποίησή μας.
    Η γραφή του πυκνόφυλλη, συμπυκνωμένη, κομψή γεμάτη αισθητική ευγένεια και αφαιρετικότητα.  Εάν προσθέσουμε και την απροσμάχητα
γλωσσοπλαστική ευχέρεια του ποιητή, τότε μπορούμε χωρίς διλήμματα να αποφανθούμε ότι ο Βαρβιτσιώτης εκφράζει αμετάκλητα τον ορισμό της «καθαρής» Ποίησης, έτσι όπως την εγκαινίασε ο Ρεμπώ και την υπηρέτησαν με λατρεία οι Πόε, Μαλλαρμέ, Λόρκα και Χιμένεθ, δηλαδή μια Ποίηση μουσικά λυρική και συγκινησιακά υποβλητική που γοητεύει. Αλλά όπως έγραψε και ο Κ. Παλαμάς: « Τεχνική δεξιοσύνη και Καθαρή Ποίηση είναι ένα και το αυτό.»
    Εικόνες διάφανες σαν κρυστάλλινες αντανακλάσεις της ψυχής, λόγος ροϊκός, μεταφορές που σαγηνεύουν, κάτι σαν κρυμμένο θαύμα που φανερώνεται:
       « χρυσοπόρφυρο παραμίλημα των πορτοκαλιών».
    Ό, τι ξεχωρίζει τροπαιοφόρο στην Ποίηση του Τ.Β. είναι το Επίθετό του, που προσδιορίζει κάθε φορά το ουσιαστικό. Όμως η μαγεία εκεί βρίσκεται..ένα επίθετο απρόβλεπτο, απρόσμενο, απαράμιλλο, σπινθηροβόλο, με πρωτόγνωρη συγκινησιακή αύρα , ακόμα και για τον μυημένο αναγνώστη:
      « κιτρινωπό κοκάλινο απομεσήμερο
         με τα μολυβένια του άλογα..»
     Σε παλαιότερο σημείωμά μου για τον ποιητή είχα χαρακτηρίσει την γραφή του «ένθεη» και αυτόν τον ίδιο ως  «εύψυχο δημιουργό της πιο άριστης ποιητικής μαγιάς».
Μιλώντας για τον Τ.Β. ο Νικηφόρος Βρεττάκος είπε: « ..η Ποίησή του φθάνει ως την αγγελικότητα.» Και ο Νίκος Καζαντζάκης , στα 1954, εκφράστηκε έτσι για εκείνον:
« ..η Ποίησή του τρισεύγενη, βραχύλογη, λυρική πνοή..»
      Ο Βαρβιτσιώτης συνόψισε τους στοχασμούς και τις ιδέες του στο επίτομο έργο του «Ο Διάπλους του Καθρέφτη». Σε αυτό μας δίνει το στίγμα της ευθύνης και του χρέους των ποιητών: « Ο πρώτιστος σκοπός ενός ποιήματος είναι να γοητεύσει..»
      Ολόκληρη η ποιητική όπερα του Β. εδράζεται στην μεταφυσική αντανάκλαση του παρόντος μυστικιστικά δια μέσου  του ονείρου και των συμβόλων. Ο καθρέφτης, το άλογο και ο ουρανός ,για παράδειγμα- τα τρία αγαπημένα σύμβολα του ποιητή- εξιδανικεύονται με τέτοια πνευματικότητα, ώστε με τα νοήματα που μεταφέρουν να οδηγούνται απευθείας στην μεταρσίωση:
         « το πεπρωμένο μας εδώ χαραγμένο
           πάνω στη φτερούγα ενός πουλιού αποδημητικού.»
      Το μεταφραστικό του έργο αποτελεί από μόνο του έναν άθλο. Μετέφρασε αριστοτεχνικά Μαλλαρμέ, Λόρκα, Νερούντα, Πήρς, Ρεβερντύ, Αλμπέρτι, Ελυάρ και Μποσκέ. Το μεταφρασμένο από τον Βαρβιτσιώτη ποίημα ξαναγεννιέται στην ελληνική γλώσσα ωραιότερο, ισχυρότερο, λαμπρότερο απ’ ό,τι πρωτοπλάστηκε από τον ίδιο τον γεννήτορά του. Γίνεται ο μεταφραστής Βαρβιτσιώτης λοιπόν ένας δημιουργός εξ αρχής που οδηγεί το αποκαλυπτόμενο ποίημα σε ένα είδος μετεμψύχωσης:
           «  Τροπαιοφόρος διέφυγα μιάν ωραία αυτοκτονία
              Δόξας δαυλός, αίμα κι αφρός, χρυσάφι, τρικυμία!..» (Mallarme).
       Στα ποιητικά του Άπαντα --42 συλλογές εν συνόλω-- ο Τάκης Βαρβιτσιώτης καταθέτει το προσωπικό στίγμα της γραφής του μέσα από την αισθητική θεώρηση περί του ποιητικού σώματος: «(Ποίηση).. μια ατέρμονη ιχνηλασία της ομορφιάς», αλλά και «όλη μου η έγνοια το όνειρο να παρατείνω». Όπως και η πίστη του για το χρέος των αληθινών ποιητών: « οι ποιητές φυλούν τις όμορφες κοιμώμενες του κόσμου..», ακριβώς γιατί η Ομορφιά είναι πάντα το ζητούμενο στην Ποίησή του και ο θησαυρός που πρέπει να διαφυλαχτεί: « η αθωότητα μόνον διαρκεί..»
         Εντυπωσιακά εκφέρονται στον ροϊκό  λόγο του Β. οι εικονοποιήσεις του Χρόνου που διαβρώνει με ακατανίκητη ορμή: « Πόσα πρόσωπα που ο χρόνος ρυτίδωσε, πόσα πρόσωπα……μα ίσως έχουμε ακόμη λίγο καιρό», του Θανάτου:  « Στο σπίτι τών νεκρών ο αγέρας σκληρός σαν διαμάντι..» και του Έρωτα: « Κοιμάσαι όμορφη κι απλή και τα δυό σου χέρια σαν μεγάλα ηλιοτρόπια σκεπάζουν τη νύχτα…»
         Ο Βαρβιτσιώτης αγωνιά συνεχώς για την αισθητική εντέλεια της ελληνικής γλώσσας. Στην πολύχρονη ασκητική του στην ευγενέστερη των Τεχνών, καταφέρνει να εξυψώσει τη Λέξη σε κομψό φωταγώγημα. Στην κοσμοθέασή του όλη η ευθύνη του ποιητή συμπυκνώνεται σε αυτούς τους δυό στίχους:
       « Ο ποιητής τα πράγματα ονομάζοντας
         Τα σώζει από τον θάνατο..»
       Από τα Άπαντά του θα ξεχώριζα τις συλλογές «Αλφαβητάριο» (1954), «Καλειδοσκόπιο» (1976), « Η θαυμαστή αλιεία» (1986), «Νήματα της Παρθένου» (1988),  «Υδατόσημα» (2010) και « Fragmenta ή Η Βλάστηση των Ορυκτών» (1979), που όπως σημειώνει ο ίδιος  « ..με αυτήν τη συλλογή έφθασα στα έσχατα του ποιητικού μου λόγου.»
        Ο ποιητής Τάκης Βαρβιτσιώτης είναι τρία χρόνια πιά που απουσιάζει από κοντά μας σωματικά. Όμως η σύγχρονη ελληνική Ποίηση ευτύχησε να έχει  στην περιουσία της την γόνιμη και ανεκτίμητη προσφορά του εις το διηνεκές.
        Μια ποιητική κατάθεση πλημμυρισμένη από ηλιακές μαρμαρυγές και θραύσματα φωτός, τα οποία αποτελούν αληθινή σπουδή της  
Καθαρής Ποίησης, αλλά που απαιτούν και   άκρα πνευματικότητα από τους μύστες και τους ρεμβαστές της..

                                                             Α.  Περδικούλης


2014  * : Ο Α. Π. είναι Ποιητής και Δοκιμιογράφος.