Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Αντώνης Περδικούλης- Διήγημα ''Ο πόνος του Ήλιου''


Ο  ΠΟΝΟΣ  ΤΟΥ  ΗΛΙΟΥ

                                                       Διήγημα

                                       Του  Αντώνη  Περδικούλη


                       Θα μπορούσα να ισχυριστώ πως βρισκόμουν σε όνειρο, κάπου ανάμεσα σε παράξενο ύπνο και στη λαχτάρα ν’ αρπαχτώ από μια δικαιολογία που θα με κράταγε γερά να μην φύγω. Θα έκοβα ακόμα και το ένα μου δάχτυλο, για ν’ αποδείξω στον εαυτό μου πως δεν σκεφτόμουν καθόλου ν’ αποδημήσω.  Έτσι θα γλίτωνα ίσως το συναπάντημα το άγνωστο της ξενιτειάς, κι ούτε που θα μ’ ένοιαζε για τα τέσσερα δάχτυλα που θα μου μέναν ύστερα..
                      Ο πόθος μέσα μου να είναι όνειρο ετούτο που ζούσα, ήταν μια κλωτσιά αισιοδοξίας, απότομη και κοφτερή, αγαπούσα να λέω ψέματα στον εαυτό μου, να τον πείθω ν’ ακολουθεί την καρδιά, που πάντα με υποστήριζε, αν και ήξερα πολύ καλά πως είχε άδικο τις περισσότερες φορές και με απογοήτευε.
                      Ένα γενναιόδωρο κενό αέρος λίγο πάνω απ’ τα σύννεφα, με τράνταξε και τα χρειάστηκα. Ταράχτηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Τα μάτια μου τώρα και κοιτάγανε , αλλά και βλέπανε. Συνήλθα. Όλο το μεγαλείο του ονείρου έπαψε να υπάρχει. Σβήστηκε κάθε ελπίδα. Έκανα να γυρίσω το κεφάλι προς το αυγουλωτό παράθυρο, να συναντήσω τα κοκκινογάλαζα χρώματα τ’ ουρανού, είχε κατέβει από ώρα ο ήλιος γλιστρώντας στη μεγάλη κατηφόρα, μικρά χρυσά κομπάκια φώς βασανίζονταν στον αέρα, παλεύοντας με τη σκόνη των σύννεφων. Όλα ετούτα γίνονταν ένα κουβάρι μπερδεμένο στο κεφάλι μου. Ένοιωθα σα να είχα μπεί σε υψηλό πυρετό, έκαιγαν τα χέρια μου, πονούσαν τα νεύρα μου ανελέητα.. Λαμπύριζαν γύρω από τα μάτια μου όλα τα πράγματα, ο αχός του αεροπλάνου με πίεζε σαν  βούκινο στ’ αυτιά, δεν μπορούσα να ξεδιακρίνω  τίποτα, με τύλιγε μια σιωπή θανατερή, που δεν ήταν καν σιωπή , αλλά σαν ένα πέπλο από μολύβι.
Φωνές απόκοσμες μού τρυπούσαν το κεφάλι, ανάκατες με γέλια παράξενα κι ύστερα πάλι σιωπή, ίδια θρηνωδία.
                         Κάποτε συνειδητοποίησα πού βρισκόμουν. Άλλαξα πόδι και αφέθηκα να μετρώ το άγνωστο που με περίμενε, γοργοπηδώντας με τη φαντασία μου τις βουνοκορφές που έβλεπα από κάτω. Καμιά φορά η νοσταλγία έρχεται τόσο γρήγορα , που λές δεν είναι τίποτε άλλο τόσο δυνατό που πάει κατευθείαν στο αίμα. Ήμουν πιά ένα πουλί αποδημητικό που άφηνε τη γή του , για ένα ταξίδι που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη. Όμως αργότερα, μετά από ένα φθινόπωρο και μετά ένα χειμώνα, θα καταλάβαινα πόσο η μοίρα στάθηκε καλή μαζί μου , κι εγώ ο αδαής και παρορμητικός φοβόμουν και την πολεμούσα.. Αργότερα κατάλαβα πως ότι είναι γραμμένο στο μέτωπο τ’ ανθρώπου δεν ξεγράφεται ούτε πολεμιέται μήτε με της καρδιάς τα κοντάρια, μήτε με του μυαλού τα πλάνα σχέδια.
                             Εκείνο το απομεσήμερο του Αυγούστου το καυτό σαν φλόγα, δεν έμοιαζε με κανένα άλλο ως τότε. Όχι για τον ήλιο που έκαιγε αρρωστημένα, όχι για την πόλη που ποτέ άλλοτε δεν είχα δεί τόσο θλιμμένη κι όμορφη, μήτε για εκείνους τους γλάρους με τ’  ανθρώπινα μάτια που φέρναν γυροβολιές πάνω απ’ το λιμάνι  και γράφανε με τις ουρές τους άλφα, πολλά άλφα.. Μήτε τέλος για τα τόσα βιβλία που είχα διαβάσει και λέγανε πως κάτι τέτοιες ώρες σταχτιές είναι που πλαντάζει η ψυχή σου, σαν φεύγεις μακριά απ’ όσα αγάπησες με πάθος.
                             Εκείνο το απόγευμα του Αυγούστου, με την πηχτή ζέστη, ήταν ολόϊδιο σταφύλι που το ποδοπάτησαν. Πετάχτηκε από μέσα ο χυμός ολάνθιστος κι απόμεινε ένα φλούδι στεγνό, άσαρκο, σκέτη σταφίδα. Τέτοιο σταφύλι ξανθό δίχως χυμούς έμοιαζε τώρα ο Πειραιάς..παραπονιάρης.
                               Έκανα πάλι χώρο στο κεφάλι μου να χωρέσουν κι άλλες μνήμες. Δεν ήξερα να τις βάλω σε μια τάξη. Δεν με άφηναν. Γίνονταν μια πάλη σιωπηλή, απεγνωσμένη, με αντίπαλους τη νοσταλγία και τη μοίρα. Αλίμονο μου, είπα..
Έκανα τα μάτια πιο κεί μήπως και ξεχωρίσω καλύτερα, δεν είδα κάτι παράξενο. Εκτός από φωνές που έρχονταν από βαθιά πολύ σα ναυαγισμένα πλοία, που έψαχναν μες στο υγρό σκοτάδι ν’ αναπνεύσουν. Κι ακόμα μια χλωμή πνοή , σα να’ ταν από πασχαλιά, κι έλεγα να λιγνευτώ και να ορμήσω απ’ το μακρουλό φινιστρίνι στον αφρό της θάλασσας, να ελευθερωθώ, ακόμα δεν ήταν αργά..
                               Ο ήλιος τώρα είχε ξεθωριάσει. Ήταν ο ίδιος εκείνος ήλιος που αγάπησα στην αγκαλιά της κάποια γλυκά μεσημέρια στην ζεστή αμμουδιά και στα σφιχτόκορμα πουρνάρια της εξοχής. Ήταν αυτός ο ήλιος, ο φίλος μας από καιρούς, που έκανε να χοντραίνουν τα σταφύλια, να παίρνουν ευωδιά τ’ αχλάδια, να είναι γλυκά σαν κεράσια τα φιλιά της. Κατέβηκε κι άλλο, κι άλλο, σβήστηκε κάποτε στους θαλασσινούς αφρούς, ωραίος, κοκκινωπός μες στο χαμόγελό του.
                               Τώρα ήμουν μόνος. Σαν φεύγει ο ήλιος, δεν ξέρω, όμως μου χάνεται η δύναμη και οι θύμησες σφυροκοπούν το κεφάλι μου και το βαραίνουν  σα μέγγενη.

                                 Εκείνο το καλοκαίρι. Κι ο Σεπτέμβρης πάλι εμπρός μου. Σαν μια αύρα που ερχόταν από τις νότιες θάλασσες του Λιβυκού και δεν έλεγε να μ΄αφήσει..
                                 Κι εκείνη. Σαν ερωδιός που άνοιγε τα φτερά σε  όλη την παγχρωμία  μπροστά μου κι εγώ είχα αργήσει τόσο να σηκώσω τα μάτια να τη δώ. Και όταν την είδα , μ’ έκαψε σαν φωτιά και σαν ήλιος!
                              Έτσι.  Με τα ξανθά της μαλλιά και τα θαλασσινά μάτια. Απότομα σαν την αστραπή που σε τυφλώνει. Μικρή και γλυκοστάλαχτη σαν το φρεσκόβγαλτο φεγγάρι.  Ήρθε..


                                                      Αντώνης  Περδικούλης
                                               Από τα  «Δέκα Νυχτερινά  κείμενα»
   ( δημοσιεύθηκε στη ΝΕΑ  ΕΣΤΙΑ του Π. Χάρη, Αθήνα, καλοκαίρι 1989..)