Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Σινάια :Το Μαργαριτάρι των Καρπαθιών

Ταξιδιωτικά

Σινάια: Το μαργαριτάρι των Καρπαθίων

Από τον Αντώνη Περδικούλη
Η Σινάια είναι μια πόλη 22.000 ανθρώπων, 128 χιλιόμετρα βόρεια του Βουκουρεστίου στον νομό Prahova, μέσα στον κόρφο των Καρπαθίων ορέων. Σκαρφαλωμένη σε υψόμετρο 950-1000 μ. είναι ένα στολίδι της φύσης κατάφυτο και πανώριο. Τρεχούμενα νερά κρύσταλλο, πράσινο ευλογημένο, παντού έλατα και σημύδες.
Το τοπίο προσφέρει μια ηρεμία που δεν πληρώνεται με κανένα τίμημα.
Μαυλιστικό το πρωινό στη Σινάια, όλες τις εποχές του χρόνου. Οι ποιητές ανανεώνουν εδώ την έμπνευσή τους και οι ζωγράφοι γεμίζουν την παλέτα τους με πολύτροπα τοπία και πρόσωπα. Όλες οι αισθήσεις ξαποσταίνουν, αλλά και φορτίζονται με μια δύναμη ακαταμάχητη, η καρδιά γεμίζει αντοχές, το συκώτι καινούργιο αίμα. Ο νους λαγαρός και φρέσκος βρίσκει τρόπους να σβήσει τα καθημερινά αναίτια άγχη.
Η Sinaia είναι ίσως το πιο οργανωμένο κέντρο διακοπών σε ολόκληρη τη ρουμανική χώρα, ανοιχτό καθ’ όλο το έτος, με πίστες σκι, τελεφερίκ, απίθανα μοντέρνα ξενοδοχειακά συγκροτήματα, εστιατόρια, οικογενειακά κέντρα, ιαματικές λουτροπηγές, θεραπευτήριο για νευρολογικές παθήσεις, πίστες χορού, πίστα πατινάζ, πιτσαρίες και ζαχαροπλαστεία γύρω τριγύρω στο μεγάλο πάρκο, πολλά καταστήματα αγαθών, ειδών κυνηγιού, σουβενίρ και υφαντών υψηλών απαιτήσεων. Κάποιος φίλος που βρέθηκε στη Σινάια ως περιηγητής, μου έλεγε χαρακτηριστικά: «...Μα, για μια στιγμή νόμισα ότι ήμουν στον Μέλανα Δρυμό, στα σύνορα Γερμανίας- Αυστρίας, απίστευτη ομορφιά...».
Η Σινάια κατοικείται για πρώτη φορά περί το 1696. Στα 1695 ο ηγεμών Μιχαήλ Κατακουζηνός, απόγονος βυζαντινών αυτοκρατόρων, αποφεύγει από θαύμα μέσα στα δάση της Πράχοβα τους δολοφόνους που είχε στείλει έναντίον του ένας άλλος βυζαντινός ηγεμών, ο Γρηγόριος Γκίκα (Ghica). Για να ευχαριστήσει τον Θεό για τη σωτηρία του, πάει για προσκύνημα στο μοναστήρι της Αγίας Αικατερίνας (και όχι Αικατερίνης που οι περισσότεροι προφέρουν), στο όρος Σινά,και στην επιστροφή διατάσσει να χτιστεί ένα μοναστήρι (1696), όμοιο με αυτό του Σινά. Επί ηγεμόνος (βοεβόδος) Μιχαήλ Σούτσου -και αυτού ελληνότατου εκ Φαναρίου- δημιουργήθηκε μια καθώς πρέπει πολίχνη με λίγα καταστήματα, δυο-τρεις κρατικές υπηρεσίες και ηγεμονική φρουρά. Στη Σινάια κυρίαρχη είναι η αρμονία και η ομορφιά. Σπίτια πέτρινα -ξύλινα με ευρύχωρες αυλές, κήποι απλόχεροι, ανθοστόλιστοι δρόμοι, καλοθρεμμένα ζώα. Μια αρχιτεκτονική ιδιαίτερη βλάχικη, με ροπή προς τη γοτθική, όπου οι σκεπές είναι πολύ επικλινείς, στρωμένες με κομμάτια σχιστόλιθο ή ψευδάργυρο, για να γλιστρά το χιόνι που κρατά πεισματικά ως τον Μάη. Βίλες σκορπισμένες παντού, χαμένες στα νερά και στα βαθυπράσινα δέντρα. Καλότυχος, πραγματικά, τόπος.
Αν πας τον Μάη στη Σινάια ,θα τρελαθείς από το άρωμα που σκορπούν τα αγριοκέρασα (maline). Αν πας τον Αύγουστο, πάρε μαζί σου τα κοντομάνικα και τα μεταξωτά, αλλά κι ένα πιο χοντρό πουλόβερ. Τον μήνα αυτόν ,εδώ στο βουνό, αρχίζουν οι βροχές, που κρατούν ως τον Οκτώβριο! Αν πας τον Νοέμβριο, θα μείνεις έκθαμβος από το κάλλος του τοπίου. Λες και η γη έστρωσε τα καφεκίτρινα χαλιά της για να υποδεχτεί τον χειμώνα. Τα βουνά οργιάζουν από χρώματα. Μια λεπτή ομίχλη σαν στεφάνι, καλύπτει τις κορυφογραμμές. Οι τσομπαναραίοι έχουν ήδη κατηφορήσει στα χειμαδιά. Τα κυπριά των αγελάδων δονούν τον αέρα απ’ τα χαράματα. Του ξυλοκόπου το τσεκούρι δεν σταματά να σκίζει ξύλα. Τις νύχτες ακούς δίπλα σου το μουγκρητό της αρκούδας που κατεβαίνει ως τα πιο χαμηλωμένα σπίτια. Έτυχε να ζήσω από κοντά αυτή τη συγκινητική στιγμή με την εμφάνιση της αρκούδας, τουλάχιστον πέντε φορές, τους χειμώνες που περιδιάβαζα τη Σινάια. Αν ,τέλος, πας τον Ιανουάριο, όλα τα βρίσκεις κατάλευκα. Το περπάτημα στο δρόμο σε κουράζει, αν δεν φοράς υποδήματα χοντρά με σόλα καουτσούκ, για να μην γλιστράς. Επίσης κάθε οικογένεια βγάζει το έλκηθρό της (sanie). Με αυτό πάνε στην εργασία ή στον καθημερινό περίπατο. Με το έλκηθρο πάνε τα παιδιά τον χειμώνα στο σχολείο!
Το συκώτι σου γεμίζει φρέσκον αέρα, δυναμωτικό. Και αν τύχει να είναι η νύχτα φεγγαρόφωτη, τότε η λευκοντυμένη κοιλάδα μοιάζει με κρυσταλλένια λίμνη των παραμυθάδων. Κι έτσι θα κρατήσει ως και τον Απρίλη.
Τότε είναι που η γη θα ξεκλειδώσει μυστηριακά και πάλι τους αρμούς της. Οποια εποχή κι αν ταξιδέψεις στη Σινάια, οι αισθήσεις σου γεμίζουν χρώμα. Λοιπόν, είναι κάτι εσώτατες ανεξερεύνητες φωνές , που σε καλούν να έρθεις να μείνεις εδώ για πάντα, στην αγκαλιά της φύσης, να τα αφήσεις όλα και να γίνεις τσομπάνης ή ξυλοκόπος.. Όμως ανδρειεύει και πάλι η φωνή του μικρανθρώπου, η φωνή της συνήθειας και του φόβου για αλλαγή, κι έτσι αναβάλλεται για άλλη φορά η απόφαση...
Στην άνω πόλη συναντώ το ορθόδοξο μοναστήρι των Αγίων Αποστόλων Πέτρου και Παύλου, που ιδρύθηκε κατά τα έτη 1965-1967 και αποτελεί θησαυρό ιερών κειμηλίων, λειψάνων και αγίων εικόνων. Βασιλική με τρούλο διπλό και δυο καμπαναριά. Οι τοίχοι από πελεκητή πέτρα. Μέσα στο ναό οι τοιχογραφίες βυζαντινές, αυτό άλλωστε φαίνεται καθαρά από τις μορφές των αγίων, που είναι στεγνές και κακοζωισμένες, δεινοπαθημένες στ’ αλήθεια, με τη χαρακτηριστική βυζαντινή μύτη (πραγματικοί ησυχαστές -ερημίτες)- έτσι όπως ταιριάζει στην ορθόδοξη αγιογραφία η ασκητική του προσώπου- τελειωμένες εξαιρετικά από τον αγιογράφο Parvu Mutu, δυό μήνες μόλις πριν πεθάνει!...
Όταν ο καλόγερος κτυπά την toaca (το σήμαντρο) στον όρθρο, στη λειτουργία, ή στον απόδειπνο, χύνεται στον αέρα-το νιώθεις- μια θεϊκή γαλήνη απερίγραπτη. Η toaca ακούγεται ως κάτω την κοιλάδα και ως πάνω στο καταφύγιο των 1600 μέτρων! Το πνεύμα σου αναγαλλιάζει, το κορμί σου γίνεται ανάλαφρο σαν φτερό, η ψυχή χαίρεται σαν πεταλούδα. Δεν έχεις μικροέγνοιες και στεναχώριες, γιατί η παρουσία του Αγίου Πνεύματος μπορεί να τα θεραπεύσει όλα. Από το Μοναστήρι δεν φαίνεται καλά η πόλη. Ανηφορίζοντας περισσότερο περνάμε μέσα από δάσος πυκνό με σημύδες γιγάντιες. Η διαδρομή είναι ένα θεσπέσιο δώρο μυστικού φωτός, έτσι όπως ο ήλιος παίζει με τα δέντρα και σκορπά παντού μικρούς χρυσούς κόμπους αιθέρα.
Φτάνουμε στο βασιλικό παλάτι Peles. Τη θερινή κατοικία των βασιλέων που κυβέρνησαν ειρηνικά τη χώρα από το 1866 έως και το 1947. Φερδινάνδος και Μαρία, Κάρολος και Ελένα, η τελευταία ελληνικής καταγωγής! Ο Μιχαήλ, ο τελευταίος βασιλιάς, γιος του Καρόλου Hohenzoller, είναι σήμερα 92 ετών (γεν.1921).Βασίλεψε από το 1940-1947, όταν αναγκάστηκε στις 30 Δεκεμβρίου να υποβάλει εγγράφως την παραίτησή του για οποιαδήποτε διεκδίκηση της εξουσίας, ημέρα κατά την οποία επίσημα, το νέο καθεστώς της λαϊκής δημοκρατίας επέβαλε τη δική του ισχύ (30\12\1947).
Για να περιγράψω τον πλούτο του Πέλες ίσως χρειάζομαι μέρες! Αυτό που πρέπει να γνωρίζει κανείς είναι ότι κτίστηκε μεταξύ 1880-1891 από Γερμανούς, Αυστριακούς και Ιταλούς τεχνίτες. Έχει 240 δωμάτια, τα περισσότερα διακοσμημένα με χρυσάφι κι αλάβαστρο. Τα έπιπλα είναι γερμανικά, τα χαλιά περσικά, οι πίνακες ζωγραφικής περίφημων Ιταλών ζωγράφων της Αναγέννησης. Τα γλυπτά και τα αγάλματα που βρίσκονται στους κήπους του Παλατιού( ή «Κάστρου» ,όπως συνήθως το λένε οι περισσότεροι Ρουμάνοι, «Castelul»), αναπαριστούν όλες τις μορφές των μελών της βασιλικής οικογενείας εξ αρχής έως και το 1947. Τα φιλοτέχνησε όλα ο Ιταλός γλύπτης Ρομανέλι.
Σήμερα το «Καστέλουλ Πέλες» αποτελεί Μουσείο και τόπο επίσκεψης εκατοντάδων επισκεπτών καθημερινά. Με απόφαση του Κοινοβουλίου το 2010, παραχωρήθηκε ως περιουσιακό στοιχείο κληρονομιάς στον τέως βασιλιά Mihail και στην οικογένειά του. Ο υπέργηρος πια, αλλά γερής κράσης, Μιχαήλ, κάθε καλοκαίρι παραθερίζει στη Σινάια- όπου είναι και ο τόπος γέννησής του- ενώ ξεχειμωνιάζει στην κατοικία του στο Σεβρέν της Ελβετίας... Αφήνοντας πίσω το Πέλες, αυτή την αγέρωχη φυσιογνωμία της Ιστορίας, πάντοτε νιώθω μια θλίψη κι ένα τράνταγμα στην ψυχή. Είναι αυτό που οι Ρουμάνοι αποκαλούν «dor», δηλαδή νοσταλγία, πόθο, καημό, λαχτάρα, αυτή την αγαπημένη λέξη των ποιητών.
Κατηφορίζοντας τη μεγάλη πλαγιά χαιρετώ το Μοναστήρι, το Πέλες, το απέραντο ανθοστόλιστο πάρκο. Ξεμακραίνω απ’ την κατοικημένη περιοχή. Πέφτω πάνω σε ένα κοπάδι από αγελάδες που βοσκούν τεμπέλικα και μουκανίζουν. Είναι οι κατάπαχες αγελάδες της Σινάια, με τα πρώτης ποιότητας γάλα και κρέας. Τουρισμός, κτηνοτροφία και παραδοσιακή βιοτεχνία. Να, οι τρεις πηγές οικονομικής ζωής της πόλης. Να δείτε υφαντά καμωμένα από λινάρι και μαλλί. Κεφαλομάντιλα, τραπεζομάντιλα, σεμέ, αργυροκέντητες κάπες, γκλίτσες και φλογέρες, εξαίσιες γυναικείες ποδιές και αυτές τις πασίγνωστες πια παραδοσιακές λευκές, χειροποίητες κεντημένες μπλούζες, τις «ίε». Επίσης καπέλα κάθε λογής ,φτιαγμένα με περίσσια τέχνη από φλούδα σημύδας! Αγάπη στη βουκολική ζωή. Αγάπη στον ευλογημένο τόπο. Μεγάλη έγνοια για την παράδοση.
Τούτος ο ζωντανός κόσμος με τους καημούς και με τις χάρες του, δεν τελειώνει εδώ. Η αναζήτηση θα συνεχίζεται σε κάθε επόμενο ταξίδι . Ο τόπος αυτός γεμίζει τον νου χρώματα και την καρδιά μέλι. Είναι τόσες οι εικόνες και οι ευωδιές που σκόρπισε αφειδώλευτα ο Παντοδύναμος στην καταδεκτική αυτή ρουμανική μεριά, ώστε εάν πας μία φορά στη Σινάια, θα θελήσεις χωρίς άλλο να ξαναπάς, να ξαναδείς, να ξαναγευτείς.
Κι όσες περισσότερες φορές έρχεσαι σε αυτήν, τόσο εντονότερα την κάθε φορά νιώθεις να σε κατακλύζουν η ομορφιά και η πράσινη οχλοβοή του τοπίου...

ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΟ- ΚΡΙΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

«Εδιζησάμην Εμεωαυτόν» του Νίκου Ποταμίτη*

Από τον Αντώνη Περδικούλη
Κυκλοφόρησε στα 2005 στα Γιάννενα η αξιοπρόσεκτη συλλογή ποιημάτων  του Νίκου Ποταμίτη, φιλολογικό ψευδώνυμο του πανεπιστημιακού καθηγητή, συγγραφέως και φιλοσόφου Νίκου Ψημμένου, με τον βαθυστόχαστο τίτλο «Εδιζησάμην Εμεωυτόν». Ο πρωτότυπος τίτλος, που αποτελεί δάνειο από το περισπούδαστο έργο του Ηράκλειτου, μπορεί να αποδοθεί στην νεοελληνική ως «Διερεύνησα στα κατάβαθα του εαυτού μου...». Έως σήμερα ο Ποταμίτης έχει εκδώσει συνολικά δεκαοκτώ ποιητικές συλλογές, σε όλες μεσουρανεί η λυρική πνοή, η μελωδικότητα, το μέτρο, η νοσταλγική έξαρση, ενώ μια λεπτή φιλοσοφημένη διάθεση εμποτίζει τον κορμό όλων των κομψών του ποιημάτων. Από αυτές θα ξεχωρίζαμε επίσης τις παρακάτω:
«Ποτάμιοι στίχοι» 2001, «Έρωτος Τροπαί» 2003, « Περί Βλεμμάτων» 2007, «Μπρος στο απέραντο γαλάζιο» 2012 και «Μνήμες Ζωής Ερατεινής» 2013.
Το πνεύμα της ανάγκης για αυτογνωσία και αυτοέλεγχο, με παραστάτη την  κυρίαρχη σκέψη και ζωτικό εργαλείο τον Λόγο, διατρέχει τον πυρήνα των τριάντα ποιημάτων του Ποταμίτη στη συλλογή «Εδιζησάμην Εμεωυτόν».
Ο Λόγος, ως επίγονος της Σκέψης, εκφράζει το πλάτος των διανοημάτων με αρωγό ένα παντοδύναμο συστατικό, τη Λέξη.
Ο Λόγος, «το λεπτώτατον και καθαρώτατον» στοιχείο, κατά τον Αναξαγόρα,
συνιστά την Αρχή και το Τέλος της δημιουργικής κλίμακας της ανθρώπινης φύσης, που βγάζει τον σκεπτόμενον άνθρωπο από τη χειμερία νάρκη του α-λόγου και τον μετουσιώνει σε εικόνα υπαρκτού κοινωνικού όντος. Ο Λόγος, «υπηρέτης του Νού», κατά τον Πλούταρχο, αντιστέκεται στο γήρας των στοχασμών και γεωργεί το χέρσον της ψυχής ως ο άκτιστος και αέναος, που έρχεται από το πέραν του ανθρώπινου, δηλαδή από το Θείον, για να δώσει πνοή ζώσα και ρίγος εύψυχον:
« Ο λόγος μου φωνή προγόνων
και οι πρόγονοι μαινάδες του Διόνυσου
και λειτουργοί του Φοίβου...».
Ο Λόγος ωστόσο είναι «έπεα πτερόεντα» για τον ποιητή, αέρας και φύλλο που εξανεμίζονται «σαν το θρόισμα στο δέντρο, σαν τον φλοίσβο στην ακτή...», αλλά ο ποιητικός πολύ απέχει από τον κοινό, γιατί είναι το ενορατικό κάτοπτρο του Νού, γεννήτορας αρμονίας ή αποκάλυψης, πότε με μορφή ερμαίου τελάλη, πότε ως αγγελόκρουσμα, κάποτε πάλι και ως αναγεννησιακή σιωπή.
Το πόση γαλήνη μπορεί να χαρίσει ένας απλός φλοίσβος στην άοκνη ψυχή, πόση αύρα δροσιάς μπορεί να πνέει σ’ ένα ματωμένο στίχο και ποια σκιρτήματα ανασκαλεύει μια δυνατή νοσταλγία, μας το λέει ο Ποταμίτης στο καλύτερο ίσως ποίημα της συλλογής:
«ο λόγος μου πολύτροπο ποτάμι, στη ρίζα του φωλιάζει
της ρωμηοσύνης ο καημός
μπρος στ’ ολόγιομο φεγγάρι
μπρός στον ήλιο, μπρός στο φώς...».
Η φιλοσοφημένη ποιητική γραφή του Ν.Π. βρίθει αντικατοπτρισμών της πάντα φρέσκιας μνήμης, είναι πλέρια από μουσικές υδάτων, όλα ως προέκταση της ώριμης συνείδησης και αυτογνωσίας πολύπαθης. Η Λέξη του εργάζεται το Αγαθόν Ήμαρ και μεταρσιώνεται με τον στοχασμό πέρα από το υπαρκτό και το φαινόμενο, ακριβώς σαν μια προφητεία για τον υπερβατικό και τον μελλούμενο ιστορικό χρόνο:
«Εδιζησάμην εμεωυτόν, κι ας γνώριζα
πώς στης ψυχής τα πέρατα δεν θα’ φτανα...»
Ο Ποταμίτης ανήκει στη χορεία των υπαρξιστών ποιητών του ρομαντισμού.
Ο λόγος του επισημαίνει την αγωνία για το ναυάγιο που πλησιάζει, όταν ο άνθρωπος κατανοεί την ανεπάρκειά του και αποσύρεται εκστατικός, όσο και αδύναμος, στην αναχωρητική του «ευδαιμονία»:
«Το κλουβί μου πλέον τέλειο και τα φτερά μου τσακισμένα».
Μαθητής του μεγάλου Γερμανού φιλοσόφου Karl Jaspers στο Πανεπιστήμιο της Βασιλείας στην Ελβετία(1960-61), αλλά και των Barth, Finn και Salmony, επιπλέον βαθύς στοχαστής της σκέψης του Ηράκλειτου και του Hegel, ο Νίκος Ποταμίτης μικροσκοπεί κάθε ψίθυρο του νού, κάθε κόκκο των εσώτατων φωνών, διεισδύοντας στο ακατανίκητο αίνιγμα της ύπαρξης και της ανυπαρξίας. Είναι πεπεισμένος για την απροσμάχητη ροή των πραγμάτων, μιας και τα πάντα κινούνται προς τις εκβολές του ασταμάτητου ποταμού της ζωής, οδηγώντας μας είτε στον όρμο είτε στον καταρράκτη,
καταδυναστεύοντας έτσι κι αλλιώς την απόλυτη ελευθερία μας:
«χωρίς ιστό, χωρίς πανιά, χωρίς Ιθάκη και πυξίδα...».
Η δημιουργική σκέψη και ο αποκαλυπτικός λόγος, δυνάμεις ομοούσιες και συναϊδιες, ορθοτομούν πολυπρόσωπα τη γραφή και αναμετρώνται με το «κενό απέραντο, ασάλευτο, χωρίς μορφή και σχήμα...».
Η αγαπημένη αναφορά στη Λέξη μοιάζει με παιχνίδι της ελεύθερης Σκέψης,
που διαπερνά επίμονα το πραγματικό, αναζητά το αδιερεύνητο και επανέρχεται ως ασώματο φώς, ευδοκώντας τελικά να ψηλαφίσει τον Χρόνο. Ένα Χρόνο εξόχως ακαταμέτρητο, αειθαλή, που καθαγιάζει το ανθρώπινο εφήμερο σθένος, όπως αυτό εξελίσσεται συνεσταλμένο στο αδιαπέραστο σύμπαν:
«Κάθε λέξη κι ένα φώς
κάθε φώς και μια ρωγμή».
Ποίηση, Φιλοσοφία και Κριτική Σκέψη είναι οι τρεις χάριτες της δωρεάς του Λόγου στην ωραία γραφή του Νίκου Ποταμίτη, μια γραφή πυκνόφυλλη και λυρική.
Οι Χάριτες αυτές δεν αρκούνται εμβληματικά μόνο να καταδείξουν, αλλά και να δυναμώσουν την άσβεστη φλόγα της ψυχής για αναστάσιμο φώς εις το διηνεκές.
Α.Π.
* Ο Αντώνης Περδικούλης είναι ποιητής, και δοκιμιογράφος, πρώην Στρατιωτικός.
* Νίκος Ποταμίτης. Ψευδώνυμο φιλολογικό του Νίκου Κ. Ψημμένου, ο οποίος γεννήθηκε στην Ποταμιά της Αγιάς. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και συνειδητοποίησε την ύπαρξή του. Σπούδασε δέκα εξάμηνα Ιατρική σε Πανεπιστήμια της Γερμανίας και εικοσιπέντε εξάμηνα Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της ελβετικής πόλης Βασιλεία.
Από το 1975 ως και το 2002 εργάστηκε και δίδαξε ως Καθηγητής στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου των Ιωαννίνων. Ζει με την οικογένειά του στα Γιάννενα.
http://www.eleftheria.gr/index.asp?cat=30&aid=62920#.VC5YkVeLUvs