Παρασκευή, 1 Αυγούστου 2014

Δημήτριος Γκόγκας

  

 

 

Τρία ποιήματα του Δημήτρη Γκόγκα

 

Προσέγγιση στη Μοναξιά

Θα πεθάνω. 
Έλα και μην αργοπορείς 
παίξε στον ουρανό μαζί μου. 

Νύχτα, βροχή, 
μέρα και χιόνι. 
Όλα μοναξιά. 

Ξάφνου ένα χέρι, 
στραγγίζει το σκοτάδι. 
Δάκρυ στο μάγουλο.

 


Στεκόμαστε αμίλητοι στα χείλη




Στεκόμαστε αμίλητοι στα χείλη
όπως το άχρωμο νερό στο διάφανο ποτήρι,
που περιμένει να κυλήσει.
Μια μικρή πέτρα, του αλλάζει την διαδρομή.
Εκεί,
εκεί, στο κενό χώρο των προσπαθειών
και των επιδιώξεων εν διαρκεία
λίγο πριν σηκωθείς
να ποτίσεις την καφέ γλάστρα
που το λούλουδο δίψασε,
και πεις μονολογώντας:
Τα χρόνια ανέμελα πέρασαν
και τώρα;
Τώρα χρειάζεται νερό, μην μαραθούν
με τον ερχομό της κάψας
μην κιτρινίσουν σαν φύλλα  της  αρρωστημένης γαρδένιας.
Τα φυλλομέτρησες τα δύσκολα χρόνια
άλλαξες την σελίδα στα εύκολα
και κόπηκε το δάκτυλο
από την λάμα του βιβλίου.
Το αίμα στο χαρτί
ένας κόκκινος λεκές
που δεν σβήνει στο νερό.
Και η γαρδένια σου
που η καρδιά της εξασθενεί
δεν άνθισε ακόμα.
Κάθε πρωί, σηκώνεσαι απ΄ την γωνία
μ΄ ένα πόνο στη μέση και μαζεύεις
τα ξεραμένα φύλλα της γαρδένιας. 




Είναι κάτι νύχτες

Είναι κάτι νύχτες που στήνουν γέφυρες
και κρεμάνε τις σκέψεις στο στήθος.
Αρμενίζουνε.
Στριφογυρνούν ως  έρμαια στα φαράγγια
και στις θολές γωνιές των κρεβατιών
ο ιδρώτας και η μυρωδιά
από την πανσέληνο.
Ο πίρος θα λασκάρει, θα χυθούν το μελάνι και ο έρεβος
να γεμίσουν τις τσακισμένες γούβες στο στρώμα.
Και συ θα μιλάς, θα μιλάς συνέχεια,
σαν δασκάλα Θεά
σαν Θεά μου!
Να κλείνω τα μάτια και ν’ ανοίγω τις παλάμες
να μην δεχτώ το λόγο σου, μα μόνο την απαλή επιταγή
της ανάσας σου.
Να λουστώ και να γίνω μπλε από το χρώμα του πρωινού.
Να ξεπλύνω το μελάνι και το βαθύ.
Να διαλύσω την χώρα που σχηματίστηκε από τις κινήσεις των ποδιών σου,
να γίνω μετανάστης της.
Είναι κάτι νύχτες που δεν ονειρεύομαι μα αγγίζω.
Δεν λέω ποτέ καλή νύχτα, γιατί ξαγρυπνώ μαζί της.
Εσύ αποκαμωμένη, απ΄ της πορείας του έρωτα
και τις τύψεις του πάγου,
αργείς να καταλάβεις.
Ανοίγεις σαν δασκάλα Θεά, σαν Θεά μου
και μιλάς.
Θα μιλάς.
Αλλάζουν οι χρόνοι στα λόγια σου, αλλάζουν κι οι χρόνοι στο κορμί σου.
Και μιλάς.

Θα μιλάς, χάνοντας τις ηλικίες,
ανάμεσα στο μελάνι και τον έρεβο, ανάμεσα στην σελήνη
και το πλατάγιασμα του ήλιου,
μέσα στις μπουκωμένες γούβες αλατιού.
Αυτές τις νύχτες αγγίζω και τρέμω.