Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

ΛΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ





  • Τρια ποιήματα  της Λίας Νικολαϊδη



    ΑΛΦΑ
    Σ ένα Α συρρικνώθηκε η ζωή μου.
    Στο Αγαπώ ,
    στην Απουσία,
    στο Α στερητικό.
    Ακόμα και τ’ όνομά μου
    ένα Α που το Αρνήθηκα
    πεισματικά από παιδί.
    Αρκούμαι.
    Αρνιέμαι.
    Απορρίπτω,
    Απορρίπτομαι.
    Ρήματα σε παθητική
    ή ενεργητική φωνή
    που απελπιστικά
    Aπερημώνουν το εντός μου.

    ΑΠΕΤΑΞΑΜΗΝ
    Μάταια προσπάθησα να προσπεράσω
    την αμαρτωλή μου φύση,
    όλα τα όχι και τα μη
    τις αδυναμίες και τα πάθη
    τα πρέπει και τα θέλω
    που εντός μου
    μπεκροπίνουν
    σ’ εκείνο το χαμαιτυπείο
    που συχνάζω από παιδί.
    Έτσι, άλλαξα φουστάνι,
    έβαψα τα μαλλιά μου κόκκινα,
    φόρεσα μαύρα γυαλιά,
    για να είμαι αγνώριστη
    σε γνώριμους παλιούς,
    μα εκείνοι πάντα με ακολουθούσαν,
    πάντα μ αναγνώριζαν
    ανάμεσα στο πλήθος.
    Προσπάθησα την αμαρτωλή μου φύση
    ν’ αποτάξω
    μα κατέληξα να φωνάζω
    απεταξάμην
    στο φανοστάτη
    που καίει ολονυχτίς,
    και στους παλιούς μου γνώριμους
    και σε σας
    φωνάζω
    Απεταξάμην…
    ( Κατάλαβα στο τέλος
    πως ακόμα και τον ίδιο μου το εαυτό
    ήθελα να αποτάξω
    μα στο τέλος κατάφερα
    να προσθέσω
    ένα ακόμα αγκάθι στο πετσί μου)



  • ΚΙΤΡΙΝΗ ΖΑΚΕΤΑ
    Την έβαλα εχθές το πρωί
    για να μη ξεχωρίζω μέσα στο πλήθος,
    για να είμαι αόρατη στις ριπές
    των πυροβόλων όπλων,
    για να μη με αναγνωρίζουν
    οι ελεύθεροι σκοπευτές
    που κρύβονται στις σκιές
    υποκρινόμενοι τους φίλους
    τους αδερφούς , τους εραστές.
    Φόρεσα τη κίτρινη ζακέτα,
    -εκείνη που μου χάρισες-
    κι έφυγα...





  • Λία Νικολαϊδη

Α' Τόμος




Κική Δημουλά ---Περιφραστική πέτρα

 Μίλα.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.

Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.

Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».

Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.

Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.




ΓΙΩΡΓΟς Θ.ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟς





Τρία ποιήματα του Γιώργου Θ.Γιαννόπουλου


Όμορφιά

Τ' αεράκι που μας συνεπήρε,
γαλάζιου πλανήτη πνοές,
νότισε το δέρμα σου
με την αλμύρα της νιότης

η ομορφιά σου,
κατάρα κι ευτυχία
που ξέπλυνε η λήθη,
στις σπηλιές του Άη-Στράτη.


Το  μπαλαούρο της ζωής

Μιά  λέξη μιά ελπίδα
ένα λευκό πυρκαγιά
ένας έρωτας θάνατος
ένα ταξίδι πράσινο
ένας στίχος κλάμα νεογνού
μάρμαρο γενέθλιο
φως


Κατακλυσμός

Λιώνουν τα χιόνια
των νεκρών
η πίκρα
 άρωμα

Απάνεμος ύπνος
γυναικών
γεφύρι
σε κατακλυσμό τσιγγάνων.

Αρκεί μιά στιγμή
στο φως
ανοίγει
ο ενσαρκωμένος τους
έρωτας.


Γιώργος Θ.Γιαννόπουλος
(από την ποιητική συλλογή ,Το Θέρος Των Βροτών.'')