Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Μανώλης Αλυγιζάκης

Manolis Aligizakis

Άμορφος

Ήμουν εκεί
πριχού στη μήτρα μπω
καπνός από φωτιά που σιγοσβύνει
αγέρας που χτυπά το παραθύρι σου
του είναι σου ρωγμή και δέτης

τραγούδι ήμουν του πανηγυριού
εσπερινής ακολουθίας ύμνος
πριχού πάρω το σχήμα ζωντανού
και το 'νομά μου να διαλέξω

ήμουν εκεί
άρωμα άχρωμου τριαντάφυλλου
ενός πουλιού πετάγισμα

ήμουν του δειλινού λυγμός πορτοκαλής
πριχού στης σάρκας την παγίδα μπω
της θάλασσας αλάφριο κύμα
μονιάς αητός των πέτρινων κορφών
απ΄τα ψηλά εσένα εθωρούσα

ήμουν εκεί πριχού να γεννηθώ
λεύθερος κι ασχημάτιστος
του αιώνειου συντρόφι
ένας απλός αναστεναγμός
που μέλλονταν τα χείλη σου να βάψει

ήμουν εκεί
χαρμόσυνος καμπάνας ήχος
ήμουν εκεί ο απροσδιόριστος

Manolis Aligizakis

Δημήτρης Κοκαβέσης

  









Τρία  Ποιήματα , Του  Dhimiter Kokaveshi

                            Dhimitër Kokaveshi


ΑΓΝΟΙΕΣ.

Πλεξίδες έκανε το σκότος ρίχνοντας χορό
 νύκτας, στο βλέμμα
 άπειρο σχήματα μας ερευνούσαν σε τρελές πορείες
 σε τρελά σύννεφα ουρανών
εκεί που ανταγωνισμοί αναστατώνουν.
Πότε ξυπνά η νύχτα απ το σκοτάδι
Δεν ήρθε η αυγή;!...
Βαρύ πένθος στρώνει!... Σύννεφα, θανατώνονταν
γαλαξίες, πνίγονταν
στρώνοντας, ανάστατες παγίδες σαν πρόσωπα
 άφαντα, στεναγμών.
Αιώνιες αντιπαλότητές - μου μοιάζουν
καταχνιές αναταραχών καλύπτουν κι αυτές μες τα
μυστήρια!...
Μυστήριο το αύριο;!…
 Άγνοια η έκπληξη;!... Δεν εκδηλώνει τα συναισθήματα;!...
Ωχ!... Αναστεναγμοί της άγνοιας και η έκπληξη
κάπου εκεί μας πνίγει βιαστικά με το συναίσθημα
η ομορφιά ψυχής, οι ομορφιές!... Κρυμμένες
σε μεγάλες εκτάσεις, μεγάλους!…
 Βαθμούς κρύβουν στο φως εκεί που δημιουργούνται
 οι σκιές του σκότου!... Σκιές;!...
Μόνον του φωτός προσπαθώ να ερευνώ μήπως
η ίσος, ίσος να ξυπνήσω μαζί τους
τυφλότητες που με καλύπτουν περιμένοντας! ….
Το γεγονός. ... ... ...

Dhjk©05-05-2014







ΔΙΑΦΥΓΗ.

Οι ομορφιές σου μου προδίδουν
τα πιστεύω
σε ύπαρξη Ιδέων μόνον, προχωρώ
και οι αμφιβολίες...
με των αρχών, για να διαφεύγω
λατρείες και αγιότητες!...
Δεν υπεραγαπώ!...

Dhjk©04-05-2014


ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ.

Έννοιες εκφράζεις
 και αδικούμε!... Της διαδοχής
 του χρόνο σου
 σε κάθε στιγμή που μου ορθώνεις
 Φαινόμενα
Σκεπτικισμού!... Δεν σ’ αφιερώνω
 στις ματωμένες
εισπνοές σε ασυνάρτητες
 παύσεις
που δεν χορταίνουν
το βλέμμα μου
Καρφώνω!... Πάνω στον χρόνο σου
 που έχασα το άθλημα
Δρομέων!... Εκτελώ
σε αποστάσεις απ’ τις σκέψεις σου!...
Αισιοδοξώ.
Dhimitër Kokaveshi
Dhjk©13-05-2014



Θάνος Πάσχος

                                              

                                  Τρία ποιήματα του Θάνου Πάσχου

                                                     

                                          

                                           Χάθηκε η άνοιξη και γω...

 

 


Δεν πέρασα αλώβητος
Απ΄ των μαλλιών σου τον καταρρακτη.
Όπως χάθηκε η άνοιξη
Χάθηκε ο έρωτας στον δικό σου χάρτη.
Πήρε ο αιώνας Το άδειο 
 της στιγμής
καράβι
Το σώμα σου το βούλιαξε στης ηδονής τα πάθη.









Παραίσθηση

Τελείωσε το ταξίδι
Η νύχτα δεν έχει χώρο για αλλά όνειρα
Υπάρχει σκόνη από τα βήματα που απομακρύνονται
Ξεθωριασμένα χρώματα
Κρέμονται από την κλειδωμένη βαλίτσα.
Το φιλί
Σελήνη με το εισιτήριο
Στα χέρια
Στέκεται ακίνητο σαν νωπογραφία
Στο τείχος της λήθης.





Η Θυσία    Των  Λουλουδιών

Αυτή είναι η αγάπη

πήρε τον ήλιο ψηλά

και τον έριξε στη θάλασσα

πήρε το φεγγάρι από τις πέτρες

και το πέταξε στης βραδιάς το στήθος

αυτή είναι η αγάπη

φιλιούνται οι άγγελοι

κοίτα τα δροσόφυλλα την αυγή,

μύρισε τη θάλασσα που θέλει έρωτα

και εισέρχεται στα μύχιά μας

όταν κολυμπάμε θαρρετά μέσα της

Κοίτα την θυσία των λουλουδιών
αυτή είναι η αγάπη ...



Θάνος  Πάσχος

Διήγημα :Ο Πόνος του ήλιου ,του Αντώνης Περδικούλης


 
                                                       Διήγημα
                                       Του  Αντώνη  Περδικούλη
                       Θα μπορούσα να ισχυριστώ πως βρισκόμουν σε όνειρο, κάπου ανάμεσα σε παράξενο ύπνο και στη λαχτάρα ν’ αρπαχτώ από μια δικαιολογία που θα με κράταγε γερά να μην φύγω. Θα έκοβα ακόμα και το ένα μου δάχτυλο, για ν’ αποδείξω στον εαυτό μου πως δεν σκεφτόμουν καθόλου ν’ αποδημήσω.  Έτσι θα γλίτωνα ίσως το συναπάντημα το άγνωστο της ξενιτειάς, κι ούτε που θα μ’ ένοιαζε για τα τέσσερα δάχτυλα που θα μου μέναν ύστερα..
                      Ο πόθος μέσα μου να είναι όνειρο ετούτο που ζούσα, ήταν μια κλωτσιά αισιοδοξίας, απότομη και κοφτερή, αγαπούσα να λέω ψέματα στον εαυτό μου, να τον πείθω ν’ ακολουθεί την καρδιά, που πάντα με υποστήριζε, αν και ήξερα πολύ καλά πως είχε άδικο τις περισσότερες φορές και με απογοήτευε οικτρά.
                      Ένα γενναιόδωρο κενό αέρος λίγο πάνω απ’ τα σύννεφα, με τράνταξε και τα χρειάστηκα. Ταράχτηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Τα μάτια μου τώρα  βλέπανε σκιές. Βάλθηκα να συνέλθω, να βρώ τον εαυτό μου.
Όλο το μεγαλείο του ονείρου έπαψε να υπάρχει. Σβήστηκε κάθε ελπίδα. Έκανα να γυρίσω το κεφάλι προς το αυγουλωτό παράθυρο, να συναντήσω τα κοκκινογάλαζα χρώματα τ’ ουρανού.  Είχε κατέβει από ώρα ο ήλιος γλιστρώντας στη μεγάλη κατηφόρα, μικρά χρυσά κομπάκια φώς βασανίζονταν στον αέρα παλεύοντας με τη σκόνη των σύννεφων. Όλα ετούτα γίνονταν ένα κουβάρι μπερδεμένο στο κεφάλι μου. Ένοιωθα σα να είχα μπεί σε υψηλό πυρετό, έκαιγαν τα χέρια μου, πονούσαν τα νεύρα μου ανελέητα.. Λαμπύριζαν γύρω από τα μάτια μου όλα τα πράγματα, ο αχός του αεροπλάνου με πίεζε σαν  βούκινο στ’ αυτιά, δεν μπορούσα να ξεδιακρίνω  τίποτα, με τύλιγε μια σιωπή θανατερή, που δεν ήταν καν σιωπή , αλλά σαν ένα πέπλο από μολυβένια σκόνη.
Φωνές απόκοσμες μού τρυπούσαν το κεφάλι, ανάκατες με γέλια παράξενα κι ύστερα πάλι σιωπή,  ολόϊδια θρηνωδία.
                         Κάποτε συνειδητοποίησα πού βρισκόμουν. Άλλαξα πόδι και αφέθηκα να μετρώ το άγνωστο που με περίμενε, γοργοπηδώντας με τη φαντασία μου τις βουνοκορφές που έβλεπα κάτω. Καμιά φορά η νοσταλγία έρχεται τόσο γρήγορα , που λές δεν είναι τίποτε άλλο τόσο δυνατό που πάει κατευθείαν στο αίμα. Ήμουν πιά ένα πουλί αποδημητικό που άφηνε τη γή του , για ένα ταξίδι που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη. Όμως αργότερα, μετά από ένα φθινόπωρο και άλλο ένα χειμώνα, θα καταλάβαινα πόσο η μοίρα στάθηκε καλή μαζί μου , κι εγώ ο αδαής και παρορμητικός φοβόμουν και την πολεμούσα.. Αργότερα κατάλαβα πως ό,τι είναι γραμμένο στο μέτωπο του
ανθρώπου δεν ξεγράφεται ούτε πολεμιέται μήτε με της καρδιάς τα δόρατα, μήτε με του μυαλού τα λεπτοκάμωτα σχέδια.
                             Εκείνο το απομεσήμερο του Αυγούστου το καυτό σαν φλόγα, δεν έμοιαζε με κανένα άλλο ως τότε. Όχι για τον ήλιο που έκαιγε αρρωστημένα, όχι για την πόλη που ποτέ άλλοτε δεν είχα δεί τόσο θλιμμένη κι όμορφη, μήτε για εκείνους τους γλάρους με τ’  ανθρώπινα μάτια που φέρναν γυροβολιές πάνω απ’ το λιμάνι  και γράφανε με τις ουρές τους άλφα, πολλά άλφα.. Μήτε τέλος για τα τόσα βιβλία που είχα διαβάσει και λέγανε πως κάτι τέτοιες ώρες σταχτιές είναι που πλαντάζει η ψυχή σου, σαν φεύγεις μακριά απ’ όσα αγάπησες με πάθος..
                             Εκείνο το απόγευμα ο Αύγουστος με την πηχτή ζέστη, ήταν ολόϊδιο σταφύλι που το ποδοπάτησαν. Πετάχτηκε από μέσα ο χυμός ολάνθιστος κι απόμεινε ένα φλούδι στεγνό, άσαρκο, σκέτη σταφίδα. Τέτοιο σταφύλι ξανθό δίχως χυμούς έμοιαζε τώρα κι ο Πειραιάς..παραπονιάρης.
                               Έκανα πάλι χώρο στο κεφάλι μου να χωρέσουν κι άλλες μνήμες. Δεν ήξερα να τις βάλω σε μια τάξη. Δεν με άφηναν. Γίνονταν μια πάλη σιωπηλή, απεγνωσμένη, με αντίπαλους τη νοσταλγία και τη μοίρα. Αλίμονο μου, είπα..
Έκανα τα μάτια πιο κεί μήπως και ξεχωρίσω καλύτερα, δεν είδα κάτι παράξενο. Εκτός από φωνές που έρχονταν από βαθιά πολύ σα ναυαγισμένα πλοία, που έψαχναν μες στο υγρό σκοτάδι ν’ αναπνεύσουν. Κι ακόμα μια χλωμή πνοή , σα να’ ταν από πασχαλιά, κι έλεγα να λιγνευτώ και να ορμήσω απ’ το μακρουλό φινιστρίνι στον αφρό της θάλασσας, να ελευθερωθώ, ακόμα δεν ήταν αργά, προλάβαινα.
                               Ο ήλιος τώρα είχε ξεθωριάσει. Ήταν ο ίδιος εκείνος ήλιος που αγάπησα στην αγκαλιά της κάποια γλυκά μεσημέρια στην ζεστή αμμουδιά και στα σφιχτόκορμα πουρνάρια της εξοχής. Ήταν αυτός ο ήλιος, ο φίλος μας από καιρούς, που έκανε να χοντραίνουν τα σταφύλια, να παίρνουν ευωδιά τ’ αχλάδια, να είναι γλυκά σαν κεράσια τα φιλιά της. Κατέβηκε κι άλλο, κι άλλο, σβήστηκε κάποτε στους θαλασσινούς αφρούς, ωραίος, κοκκινωπός , περίλυπος μες στο χαμόγελό του.
                               Τώρα ήμουν μόνος. Σαν φεύγει ο ήλιος, δεν ξέρω, όμως μου δραπετεύει η δύναμη και οι θύμησες σφυροκοπούν το κεφάλι μου και όλο το σφίγγουν  σαν τη  μέγγενη.
                                 Εκείνο το καλοκαίρι. Κι ο Σεπτέμβρης πάλι εμπρός μου. Σαν μια αύρα που ερχόταν από τις νότιες θάλασσες του Λιβυκού και δεν έλεγε να μ΄αφήσει..
                                 Κι εκείνη. Σαν ερωδιός που άνοιγε τα φτερά σε  όλη την παγχρωμία  μπροστά μου κι εγώ είχα αργήσει τόσο να σηκώσω τα μάτια να τη δώ. Και όταν την είδα , μ’ έκαψε σαν φωτιά , σαν ήλιος που πονά.
                              Έτσι.  Με τα ξανθά της μαλλιά και τα θαλασσινά μάτια. Απότομα σαν την αστραπή που σε τυφλώνει. Μικρή και γλυκοστάλαχτη σαν το φρεσκόβγαλτο φεγγάρι.  Ήρθε..
                                                      Αντώνης  Περδικούλης
                                               Από τα  «Δώδεκα Νυχτερινά  κείμενα»