Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014





                                     Ν Ε Φ Ε Λ Η Σ   Α Ν Δ Ρ Ι Α Ν Ο Υ
              Η νέα ποιητική συλλογή  «Με πλαγιαστά γράμματα…»
                      Υπαρξιακοί στοχασμοί σε πρώτο πρόσωπο
              Μια κριτική προσέγγιση από τον Αντώνη  Περδικούλη
              Η ποιήτρια Νεφέλη Ανδριανού, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Πρέβεζα, ζεί σήμερα και δημιουργεί  στην Αθήνα. Το 2013 εξέδωσε μια νέα ποιητική συλλογή  που τιτλοφορείται «Με πλαγιαστά γράμματα»,  από τις εκδόσεις «Καταφύγιο» στην Κέρκυρα. Ένα ποιητικό καταστάλαγμα αξιοπρόσεχτο για την ποιητική κριτική.
              Η ποιητική φλέβα της Ν.Α. μοιάζει ανεξάντλητη ανάβρα εμπνευσμένης γραφής, πότε πετιέται σαν πίδακας μεστωμένης  σκέψης και πότε ακούγεται σαν χείμαρρος ορμητικός ,όπως ο  παφλασμός σε καταρράκτη. Ο στίχος της θαρραλέος, γοργοϋπήκοος, ζωηρός  , κρατά την φιλοσοφημένη ιδέα της ανθρώπινης ύπαρξης, την συγγένεια χρόνου και ατόμου, την αγωνία του σκοπού:
« Λατρεύω από την γενετική τον υπέρτατο ιδεαλισμό..»
              Η μουσική λυρική σκέψη αντικτυπά στην γραφή της εξυψώνοντας την Λέξη σε ιερό ενθουσιασμό, δίνει ένα ύφος αυθεντικά λυρικό και γοητευτικό:
«Σαν διαταραχή η Ποίηση, το κύμα, η δροσιά της..»
              Τα πρόσωπα της Νεφέλης είναι όντως βασανισμένα, άλλοτε αυτοτιμωρού-
μενα, συνεχώς ιχνηλατούν μια ξεχασμένη μοίρα  για να αναδυθούν στο φώς  και έτσι να λυτρωθούν: « ..καμιά φορά μπορείς να σκεφτείς την ευτυχία, αλλά θα τιμωρηθείς..».
Εδώ έρχεται αβίαστα στην μνήμη του κριτικού το θλιβερό τραγούδι του Κώστα
Καρυωτάκη, όταν κι εκείνος είχε συνειδητοποιήσει τα δεσμά της ανθρώπινης μοίρας:
« Είναι στον ουρανό μια σιδερένια, μια μεγάλη πυγμή, που δεν συντρίβει, μα τιμωρεί κι αδιάκοπα πιέζει…» (Ελεγεία και Σάτυρες, 1927.)
Ο στίχος της Ν. Α. είναι διαμαρτυρόμενος, εξόχως αντιστασιακός στη «ηθική», αυτήν του κόσμου , την κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του χθαμαλού και συμβιβασμένου ανθρώπου: « Αν θές να ζήσεις, γύρνα την πλάτη στις (φθηνές) καλημέρες τους..»
              Ο χρόνος τόσο ελάχιστος και ανεπαρκής, αλλά και τόσο ατέλειωτος συνάμα.
Η μοναξιά του ανθρώπου είναι ο πυρήνας της ποιητικής άντλησης για δημιουργία. Ο άνθρωπος θεριό, όμως και τρεμάμενο στάχυ, υποφέρει μονίμως από τον πόνο και τον θάνατο. Αυτοί οι μόνιμοι συνοδοί του θα έκαναν τη ζωή ακάνθινο δέρας , εάν δεν υπήρχε η ιλαρή αχτίδα της προσδοκίας. Από τον πόνο, τον χαμό και τον θάνατο ξεπετιούνται εύοσμα κλήματα, όπως η Ποίηση, λυχνία ουρανόπεμπτη και  αβρή συλλήπτρια της πικρής ζωής. Γιατί  αυτή η εφήμερη ζωή «..δεν είναι θλίψη, όχι, είναι πέτρα, είναι σφιγμένα δόντια..».
         Η τεχνοτροπία της Νεφέλης είναι ο ρεαλισμός, ένας ρεαλισμός που θα τον ονόμαζα νοσταλγικό. Η νοσταλγία και η μνήμη εμποτίζουν  ως τη ρίζα τα ποιητικά της μοσχολούλουδα. Η νοσταλγία ιδίως,  αυτό το φαρμακερό μαχαίρι:
« Κρυστάλλινα παιδικά χρόνια..».
         Η  κάθε λέξη στη γραφή της Ν.Α. είναι και μια αποκάλυψη της αισθαντικής ψυχής της, είναι όμως και μια καλά σφιγμένη γροθιά στο παχύδερμο  θηρίο της υποκρισίας, του συμβιβασμού , της κολακείας. Η γραφή της στο αποκορύφωμα του ενθουσιασμού μετουσιώνεται σε σαγηνευτικό ταξίδι της γλώσσας και πρωτίστως σε λυροπρόφερτο , γεμάτο χρώματα τραγούδι:  «. Δεν είμαι δέντρο να στέκω, είμαι νερό που απομακρύνεται..».
         Έτσι περήφανα το ποίημα μπορεί να υψωθεί  στα ουράνια, μέσα από τα καθημερινά, τα μικρά ωραία  και ταπεινά..
         Ωστόσο μέσα στις διάφανες φλέβες των λέξεων και τις ζωντανές εικονοποιήσεις
υπάρχει μια σιωπή εκκωφαντική, που μόνον οι ποιητές, οι μύστες και οι ρεμβαστές της Ποίησης είναι σε θέση να αισθανθούν πραγματικά..
        Η Νεφέλη Ανδριανού  γεωργεί αξιοθαύμαστα και ανανεώνει με τη γραφή της- -την ποτισμένη με αίμα και πνεύμα-- την σύγχρονη ελληνική μας Ποίηση.--
                                                          Αντώνης  Περδικούλης
                                                        Αγυιά,   Μάης  2014. (πρωτοφανέρωτο).

*Αναδημοσίευση από  τα Αγιώτικα νέα.

Μεγάλοι Έλληνες Ποιητές

Γιώργος Σεφέρης

Κι αν ο αγέρας φυσά, Λίγο ακόμα,
 Επί ασπαλάθων, Επιφάνια, Ερωτικός Λόγος, 
Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, Ελένη, 
Ο γυρισμός του ξενητεμένου, Περιστατικά
Σαλαμίνα της Κύπρος, Φυγή, Μυθιστόρημα, 
Τελευταίος σταθμός, Τα χέρια, Πάνω σε μια χειμωνιάτικη ακτίνα 






Κωστής Παλαμάς

 
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
Μου σφίγγει ο καημός σα θηλειά το λαιμό
και μες στην καρδιά με δαγκώνει σα φίδι
Παράξενο θέλω ν΄αρχίσω ταξίδι
χωρίς, μα χωρίς τελειωμό

Το δρόμο μου αργά να τραβώ, να τραβώ,
αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,
ψυχή να μη βρίσκω, ή πάντα να μπλέκω
με κόσμο τυφλό και βουβό.

Να νιώθω τριγύρω πλατιά ερημιά,
κλεισμένα τα σπίτια, τα τζάκια σβησμένα,
ψηλά να μη φέγγει αστέρι κανένα,
και κάτου γυναίκα καμιά

Ε! ίσως σε τέτοιο ταξίδι αν βρεθώ,
ατέλειωτο, έρμο, σ΄αγνώριστη χώρα,
δε θά΄χω περίσσια λαχτάρα σαν τώρα,
αγάπη, από σε να χαθώ!
Κωστής Παλαμάς
Απρίλιος 1883





Κ.Π.Καβάφης



Επέστρεφε
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...


Κ.Π.Καβάφης



ΜΑΝΩΛΗς ΑΛΥΓΙΖΑΚΗς


 ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ,ΤΟΥ ΜΑΝΩΛΗ ΑΛΥΓΙΖΑΚΗ














ΑΡΓΥΠΝΙΑ


Γριές γυναίκες ξαγρυπνούσαν
δίχως έγνοια καμιά
το σπίτι να σκουπίσουν

να ξεσκονίσουν γυαλικά
στο μπουφέ του έρημου σπιτιού
με τα μισάνοιχτά του παραθύρια

την παραμελημένη αυλή
που οι άλλοι θάψανε
τον ποιητή μιας άλλης εποχής

των συγγενών μας τα κόκκαλα ξεχνώντας
και καν χωρίς μια σκέψη
για τα βρώμικα τους νύχια

στωικά περίμεναν
καθάρια επανάσταση
κι έσκαβαν τάφους
για τους μελλοντικούς νεκρούς

VIGIL

Old women vigilant
with no concern

to dust their coronals
to mop the floor
to rearrange their glassware
in the hatch of the decrepit house

half open windows
neglected yard
where they’ve buried
the poet of another era

bones of their relatives
forgotten, neglected
dirty fingernails

though stoically they wait
for a diaphanous revolution
preparing burial sites
for their future dead


ΑΓΡΥΠΝΙΑ" από το βιβλίο ,"ΙΕΡΟΔΟΥΛΕΣ",




ΑΡΝΗΣΗ

Δισταχτικά το φεγγαρόφωτο
θρονιάζεται στο κομοδίνο
περίγραμμα του φλογισμένου της κορμιού
στο έρημο κρεβάτι απλωμένο

σαν ασύστολος επιδρομέας
η χινοπωριάτικη αύρα κλεφτά
ορμά απ’ το μισάνοιχτο παράθυρο
τις γάμπες της να δει, που απαλά
τρίβονται η μια πάνω στην άλλη

τα δυο της δάχτυλα κυλούν
αργά πάνω στην υγρή της ήβη

ακούσια συνωμοσία ανέμου
και παραθυρόφυλλου, δημιουργούν
ένα τρίξιμο θλιμμένο
που στην πραγματικότητα τη φέρνει

παλμοί καρδιάς ανακλώνται
στου καθρέφτη την ανταύγεια
και πέφτοντας στο πάτωμα νεκροί
κραυγάζουν “άδικη μοίρα κι αυτήν ακόμα
του ονείρου τη χαρά μου αρνήθηκες”.

DENIAL

Hesitant moonlight enters
to sit on the night table
outline of her conflagrated body
laid on the deserted bed

shameless raider
the autumn breeze sneaks through
the half open window
to observe her two thighs
softly rubbing against each other

two fingers travel over
her wet mound

involuntary conspiracy of wind
and window shutter
create sorrowful creak
that brings her to consciousness

heart beats bounce off
the gleaming mirror to fall
dead onto the carpet crying
“unfair life even this dreamy
pleasure you deny me.”
Manolis Aligizakis
(Απ' το νέο βιβλίο ποίησης που εκδίδεται εδώ στη Β. Αμερική στα ελληνικά και στα αγγλικά.)
















 ~ΨΩΝΙΑ~


Η ξανθιά κοπέλα στο ταμείο με κοίταξε καχύποπτα
και περίμενε να πληρώσω το λογαριασμό. Την τελευταία
φορά που εξομολογήθηκες πόσο σου ζήτησε ο παπάς,
αναρωτήθηκα κι αφήνοντας τις δυο σακούλες με τα ψώνια
άρχισα νευρικά τις τσέπες μου να ψάχνω ενώ ο γέρος
πίσω μου γέλασε μια μπόχα κρασιού ανακατεμένη με
καλοσύνη που η ματιά της ξανθιάς με είχε κιόλας
αναλύσει και μ’ είχε βρει πτωχό. Κι εγώ συνέχισα
το ψάξιμο λέγοντας στον γέρο πίσω μου,
‘κάθε φορά το ίδιο μου συμβαίνει’, τόσο απλό χαμόγελο
κι απλή η δυσωδία αλκοόλ κι η καλωσύνη και καν
δεν ήξερα ο άνθρωπος πίσω μου πως ήτανε κωφάλαλος
όμοια με τη συννεφιασμένη μέρα.

~Μου αρέσουν όλοι όσοι περιφρονούν τα πάντα, γιατί αυτοί
λατρεύουν και ποθούν το πέρασμα στην άλλη όχθη.

ΨΩΝΙΑ Απ' το βιβλίο :"ΥΠΕΡΑΝΘΡΩΠΟΣ"