Τρίτη, 23 Δεκεμβρίου 2014

Βούλα Μέμου





                                                   



 Βούλα Μέμου

......Πέρασα το κατώφλι σου απρόσκλητη 
περιηγητής των λογισμών κατατάχτηκα,
δίχως δικές σου δυσανασχετίσεις...
περπάτησα στα αχνάρια που μου επέτρεψες
-μικρός βλέπεις βέβηλος της κυριαρχίας σου-
Λαθρεπιβάτης της γνώσης σου,
κουρσάρος στο συναίσθημα που με αιχμαλώτισε...
Δεν είχα βλέπεις συγγραφέα
-κουβέντα για καπηλεία-
ένας αλήτης γραφιάς είμαι,
που αντιγράφω
τις εικόνες που μου χάρισες... 

                 


           ****


Ρυτιδωμένες  συμβουλές
Κυοφόρησαν την πρωινή λάμψη
αυτού που ρόδισε τα πέταλα της ανεμώνας
και της παπαρούνας,
μέχρι την πλατιά κοσμοματιά μου ,
όταν η κόρη αγγίζει την άλιωτη σάρκα της ψυχής,
σαν φιδίζει στο καλολαξεμένο μάρμαρο.
Πώς θάταν το γδυμνό κορίτσι ένα μπουκέτο
απολαύσεις,
αν είχε σκορπίσει τα πέταλά του,
σένα πόθο άσπρο και γλαυκό:
Τέσσερα μάτια κοιτάζονται
και στη γυαλάδα τους,
σέρνεται όλος ο κόσμος.
Στη σμίξη τους, αναδύεται ολοόμορφη η ποίηση.
Κάτω στο στενοσόκακο
υπάρχουν ταχνάρια πάφησε το αμετανόητο περπάτημα,
της γλαυκωμάτας κόρης.
Βγήκε το σούρουπο,
απ τις γρίλιες των βλεφάρων μου,
τρύγησε με την πεθυμιά της ,
την ημερήσια αλλοίωση,
όταν μια πευκοβελόνα της έγνεψε
« ΕΔΏ ». [ δείχνοντας τη λεύτερη ρίζα. ]
Τότε φοσφώρησε στον αποσπερίτη το κρυφοκοίταγμα.
Ταχνάρια δεν έσβησαν στο στενοσόκακο.
Αυτό είδε το θαύμα.
Δος μου λοιπόν φωτεινή γοητεία!!!
Τι άλλο να ποθούν οι ανθισμένες αγκαλιές μου:
Στο βλέμμα σου θα λικνιστούν οι καρποί που κρέμονται
άπραγοι.
Ο ερχομός Σου…
θα φωτίσει τον ήλιο. 

                                                                   

                                           
           
         



      
Βούλα Μέμου


 
Φτωχέ ιχνηλάτη της τέχνης
Υπηρέτη των μουσών-
-οπως έλεγες-και σε πιστεύαμε…
Από ευγένεια…
Που κουρνιάζουν οι χειμώνες σου;
Πότε αγκυροβόλησες
Σε στητά στήθη κοριτσιών.
Δίχως να παινευτείς για τα μαθήματα ανατομίας άνευ
διδασκάλου
Που πήρες
Θέλω
Να φορέσω το πορφυρό…τ'ουρανού
Όταν στην συνουσία του με το γαλάζιο
Δεν λέμε… απλά ….η ώρα η έκτη….
Κραδασμοί και συσπάσεις…ημέρα δεύτερη…
θέλω…..σένα στίχο σου …να φορέσω εκείνο
το δαντελένιο μεσοφόρι το παλιό…
να κρύψω την γύμνια μου…
σένα στίχο σου!
να γράψω το ο όπως λέμε ονειροπαγίδα,
με το κόκκινο της φωτιάς.
ύστερα…
πες μου απλά ..
καλημέρα. .
και προσπέρασε με….


                                     
 
Βούλα Μέμου


Μην ακούς αν στο σκοτάδι δεν σκόνταψες ποτέ ...μην
βλέπεις  αν το θρόισμα των φύλλων  δεν ήτα  παρά
ερωτικές περιπτύξεις δίχως ουσία...δίχως να λουστείς με
το ροδόσταμα της έκτης και μοναδικής σου ώρας...δίχως να
κρατηθείς στο πάνω σκαλί της απόλαυσης...εκείνης που
εσύ απλά θα έλεγες αναγκαία σκηνή σε μια ολοκληρωμένη
στύση,την ώρα που κρυφοκοίταζα το εσύ...όλα είναι
προσδιαγεγραμμένα στην συναστρία του πόθου σου...
όλα  είναι σεννηματα και γενηθέντα...και εγώ...εγώ...
απλά ένας μοναχικός,μοναδικός,στοχαστής της
απελευθέρωσης... 


                                                     

                                                             




Βούλα Μέμου.
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στα Καλάβρυτα. Τέλειωσα το γυμνάσιο Καλαβρύτων και το Λύκειο στο Διακοφτό. Το όνειρό μου να γίνω σκηνοθέτης. Δύσκολο για την εποχή εκείνη μιας και οι γονείς μου ήταν μεροκαματιάρηδες άνθρωποι. Συγκεκριμένα ήθελα να ασχοληθώ με το μοντάζ, μιας και εκεί είναι η ψυχή σε ένα φιλμ. Έτσι πήγα στη Σχολή Σταυράκου την μοναδική τότε σχολή Σκηνοθεσίας. Μεγάλη του Γένους Σχολή την λέγαμε. Ξεκίνησα να δουλεύω από τον πρώτο κιόλας χρόνο που βρέθηκα στη σχολή. Παράλληλα παρακολούθησα παγκόσμια συνέδρια και συνομίλησα με σπουδαίους Ευρωπαίους και Αμερικανούς Σκηνοθέτες, Ηθοποιούς, Οπερατέρ και Μοντέρ. Το 1984 και 1985 δημοσιεύονται ποιήματά μου στην Υδρία και στα Όστρακα.(Λογοτεχνικά περιοδικά που εκδίδονται στην Πάτρα και συμμετέχουν Λογοτέχνες και Ποιητές). 1985 εκδίδεται την πρώτη μου ποιητική συλλογή με τίτλο «Διαβαίνοντας». Ο Τάσος Λειβαδίτης, ήταν ο πρώτος, που είπε πως έχω ταλέντο, σαν διάβασε ποιήματά μου.
Πρώτη μου σκηνοθετική δουλειά η ταινία μικρού μήκους «ALTAMIRA», μια ελεύθερη διασκευή του ποιήματος ΓΥΝΑΙΚΑ, από τη συλλογή ΤΡΑΒΕΡΣΟ του Νίκου Καββαδία. Η ταινία προβλήθηκε σε ιδιωτικό κανάλι, εν όψει αφιερώματος στο Νίκο Καββαδία. Η Ε.Λ.Μ.Ε.Ζ, διοργάνωσε εκδήλωση στο Δημοτικό Θέατρο Ζακύνθου, με παρουσίαση της ταινίας, ανάγνωση ποιημάτων του Καββαδία από τον Φάνη Χηνά, μουσικές διαδρομές από τον συνθέτη Δημήτρη Μαρίνο και ανάλυση της ταινίας από τη σκηνοθέτιδα. Ήμουν για χρόνια Βοηθός Σκηνοθέτη του Δασκάλου μου Γιώργου Καββάγια σε ταινίες του Κώστα Σφήκα και του Παύλου Λιάρου και συνεργάστηκα με σπουδαίους Έλληνες Ηθοποιούς, όπως: Ρίζος, Γκιωνάκης, Μπριόλας, Σαμιωτάκη... Σκηνοθέτησα video clip τραγουδιστών ή συνθετών, Ζαμπέτας, Βοσκόπουλος, Χατζόπουλος, Δάκης, Μενιδιάτης… Ως μοντέρ, πήρα μέρος στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την ταινία μεγάλου μήκους «Βιογραφίες» της Στέλλας Μπελέση. Στο Φεστιβάλ Δράμας με τις ταινίες «EL BARTI¨», «Μεταμορφώσεις», «Ο Δράκος που τρώει μικρά κοριτσάκια», «Buggy». Η ταινία, μάλιστα, «Μεταμορφώσεις»,του Κωστη Μεγαπανου, πήρε βραβείο στη Δράμα και λαμβάνοντας μέρος και στο Carlovy Vary της Τσεχοσλοβακίας, απέσπασε άλλο ένα βραβείο. Στο κρατικό κανάλι, συνεργάστηκα σε παιδικές ψυχαγωγικές εκπομπές, επίσης σκηνοθέτησα ντοκιμαντέρ οικολογικού περιεχομένου. Στο ελεύθερο επάγγελμα, σκηνοθέτησα Διαφημιστικά σποτ μεγάλων εταιρειών, αλλά και σποτ για την τουριστική προβολή των νησιών: Ζακύνθου, Θάσου, Λήμνου, Κρήτης, Σύρου… Το 2006 η Νομαρχία Αχαΐας εκδίδει ένα βιβλίο μου με χρονογραφήματα με τον τίτλο « ΑΦΩΝΟΝ ΔΙΑΓΕΙΝ ». Τον Αύγουστο του 2007 εκλέγομαι πρόεδρος του εκπολιτιστικού συλλόγου Ριζομύλου «ΙΩΝ». Ο Σύλλογος υφίσταται από το 1953. Το 2007 εκδώσαμε ένα βιβλιαράκι ως σύλλογος με τίτλο :Ριζόμυλος , πινελιά του Κορινθιακού το οποίο παρουσιάστηκε σε μεγάλη εκδήλωση στο χωριό μας. Το 2008 οι εκδηλώσεις μας είχαν κοινωνικό και πολιτιστικό καθαρά χαρακτήρα. Ως πρόεδρος πιστεύω ότι η πολιτιστική κληρονομιά ενός τόπου είναι είναι η κοινωνική προσφορά και εκεί εστιάσαμε τις εκδηλώσεις μας. Το Πάσχα του 2008 με τα παιδιά του χωριού μας επισκεφτήκαμε το Άνω Διακοφτό, περιοχή που πλήγηκε από τις πυρκαγιές του 2007 και μοιράσαμε δώρα στα παιδιά, αλλά μυήσαμε και τα παιδιά μας στις επιπτώσεις της πύρινης λαίλαπας. Τον Μάιο του 2008 οργανώσαμε εκδήλωση για τα παιδιά του δημοτικού σχολείου Ριζομύλου- Ελίκης, σε συνεργασία με την εθελοντική ομάδα του Λιμεναρχείου Αιγίου με θέμα : προστασία της θάλασσας και των βουνών εν όψει καλοκαιριού. Την 1η Αυγούστου 2008, διοργανώσαμε στην Παραλία στο Ριζόμυλο μεγάλη εκδήλωση με θέμα: Οι επιπτώσεις των κλιματολογικών αλλαγών στις παράκτιες περιοχές.. Κεντρικοί ομιλητές ο Βασίλης ο Παπαδόπουλος Ωκεανολόγος συνεργάτης του ΕΛ.ΚΕ.ΘΕ. και ο Κατσαρός Πιλότος του βαθυσκάφους Θέτις. Εκεί προβλήθηκε και η ταινία μου που γυρίστηκε το καλοκαίρι του 2008 στην περιοχή μας, με τίτλο : Μέγα το της Θαλάσσης Κράτος. Μια ταινία βασισμένη σε ποίηση του Αλέξανδρου Πολίτη και δικη μου. Απόψεις μου φιλοξενήθηκαν σε πολλές εφημερίδες.. Συνεργάστηκα ως χρονογράφος σε τοπικές εφημερίδες, στον «Πολίτη των Πατρών» , στο περιοδικό «Π»,καθώς και στον{ Φιλοδημο}τοπικη εφημεριδα του Αιγιου… Επισης πολλες ραδιοφωνικές εκπομπές στο Ράδιο Αίγιο… Το 2010 εκδιδεται το βιβλιο μου ΟΛΑ ΕΙΝΑΙ ΜΥΛΟΣ Και το 2011 ΕΝΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙ ΜΟΥ…ΚΑΤΑΔΙΚΟ ΜΟΥ. Το 2011 επανεκλέγομαι στον Σύλλογο ως πρόεδρος… Μετειχα στις τοπικές εκλογές και εκλέχτηκα στην τοπικη αυτοδιοικιση, με ασχολία μου τα πολιτιστικά…
 

Δευτέρα, 15 Δεκεμβρίου 2014

ΔΗΜΗΤΡΑ ΣΟΦΙΑΝΟΥ

  

Εκλεγμένα  ποιήματα 
                                     

                                                  



 <<θυμάσαι τότε που μυρίζαμε λεμονανθούς και δάκρυα κυλούσαν;>>



  Δήμητρα  Σοφιανού 


Τόλμα στους σάλους των τριγμών
Πελάγιος βόμβος η ορμή
Στροβιλίζει οδοφράγματα ονείρων

Τρομοκρατούμε τη ζωή με βόμβες μενεξεδένιες
Ό,τι ανθρώπινο Ό,τι ανθρώπινο
Είναι όμορφη η ζωή όταν υπάρχει αγάπη.




 <<Η Τρομοκρατία  Των  Λέξεων>>

Άργυρος πεπυρωμένος
Η καρδιά μου κραυγάζει

Στίλβουσα λήθη της χαράς
Διαφωνείς
Είναι όμως αλήθεια
Αγέρωχη

Ο χρόνος ιππεύει ξέφρενος
Μην υπολογίζοντας τη φθορά

Αυτήν που
Καταλύει η τρομοκρατία των λέξεων
Αυτήν που
Καταλύει η δύναμη  της αγάπης

Ελθέ θησαυρέ μου Ακατονόμαστε.







Τι γυρεύεις
Τι γυρεύεις
Πού ψάχνεις απόθεμα χαράς
Ποιο ταξίδι μελετάς
Ποια φωτιά ν' αγγίξεις
Ποια λύτρωση Ζητάς
Άπνοια δέρνει το λιμάνι
Τραυματισμένος ο βοριάς

  (από την ποιητική συλλογή ,<<Η Τρομοκρατία  Των  Λέξεων>>


































ΠΕΛΑΓΟς

Π εριπαθής πορεία
Έ ρως ακατονόμαστος
Λ άβρος
Α νασασμός ψυχής
Γ οητευτής
Ο ιστρηλάτης ονείρων
Σ αγηνευτικό φως

Θάλασσα της γλαυκής μου ψυχής ανάγκη
Ελθέ


 Δήμητρα Σοφιανού    
(από την ποιητική συλλογή ,<<Η Τρομοκρατία  Των  Λέξεων>































Δύο εποχές συναντώνται

Στο άκουσμα της μουσικής
Καταλαγιάζει η ηχώ της σιωπής

Πνευστά υγρά λεβεντιάς
Πλάτανος
Κρουστά ασήκωτα σκιάς
Καρυδιά
Ρευστή αιμάτινη χαρά
Λέλουδα
Τρέμουσα ανάσα θλίψης
Φρέζια
Άπνοια ισχυρή της κοιλάδος
Επίμονοι νυχτερινοί κοασμοί
Του παιδικού κόσμου στρατηλάτες
Άλλαξαν όψη και φωνή

  Δήμητρα  Σοφιανού 

 <<Η Τρομοκρατία  Των  Λέξεων>>

                                            






 ΔΗΜΗΤΡΑ  ΣΟΦΙΑΝΟΥ
Γεννήθηκε στη Μακρακώμη  Φθιώτιδος το 1954.Σπούδασε φιλολογία και αρχαιολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών.Ζει στην Πάρο .Εργάστηκε στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση .Συνεργάστηκε με την τοπική εφημερίδα<<Παριανή Γνώμη>>και τώρα συνεργάζεται με <<Τα Νέα της Πάρου>>Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού<<Εκπαιδευτικές Αναζητήσεις>>Έργα της: <<Ιστορία  της Πάρου-Αντιπάρου ,Λαογραφικά θέματα>>έκδοση Παριανή του Δήμου Πάρου 1989(συνεργασία με τον Χρίστο Γεωργούση),<<Θαλασσινές Σκέψεις>>σε συνεργασία με τον Χρίστο Γεωργούση,έκδοση Παριανής Γνώμης 1994<<Άσπρος Τοίχος>>,ποίημα,εκδόσεις ΔΕΛΦΙΝΙ,1996,<<Οδ.Ελύτης,Ανατρεπτικός και ελπιδοφόρος>>,εκδόσεις ,Φιλιππότη1996,<Πάρος-Εκατονταπυλιανή.1700 έτη>>έκδοση Γεωργικών  Συνεταιρισμών Πάρου1996>> <<Οδ.Ελύτης.Η απεραντοσύνη του άνευ ορίων>>τόμος Β' εκδόσεις Φιλιππότη 1996,<<Οδ.Ελύτης.Στη Σχολή των ανέμων,των βράχων και των άστρων>>τόμος Γ',εκδόσεις Φιλιππότη 1997

Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Τρία Ποιήματα της Γεωργίας Δεμπερδεμίδου

                                                
                                                              Georgia Demperdemidou







ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

Χειμώνιασε .Υγρή η ατμόσφαιρα
 Μα όλα τα χρώματα στα πόδια μας
 Δεκέμβρης της αγάπης
Είναι αργά
Η νύχτα δεν έχει δρόμο
Χάνεται στο μισοσκόταδο της
 Πολλές χειμωνιάτικες βραδιές
Κάτι με γλυκοτραβάει έξω
Φορώ την ομίχλη πάνω μου
 Βγαίνω στούς δρόμους
Να να σεργιανίσω με την αγάπη σου
Απρόσμενα ..
Με λάτρεψες σαν μούσα
Χούφτες πεφταστέρια γέμισες το κορμί μου
 Μια και δεν είμαι πρωτόκολο της καλουπωμένης
 Γυναίκας
Ο ουρανός σου μαύρισε τ΄ αστέρια σκόρπισαν
Με το μαχαίρι σου έξυσες με μίσος
Τα δάκρυα της βροχής των κρυφών ματιών μου
Σαν πληγιασμένο ζώο έμεινα στο άσπρο χιόνι

 Του Δεκέμβρη _Της αγάπης _ να εξαγνιστώ

Αν δεν μου δώσεις ψυχή
Μην περιμένεις
 Έρωτα


 Georgia Demperdemidou

                                         ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ

                                                        

                                                   ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
                                                             (απόσπασμα)

                                                                 
                                                  
                                                  
                                                        Georgia Demperdemidou



----ΚΛΕΙΔΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ

Ένα χαμόγελο κρεμασμένο
 Από τα χείλη μου
Δικό μου για σένα
Πάντα ερωτευμένη
Με την ζωή
 Μια γλυκιά μελωδία ψυθυρίζει
Στην ψυχή μου
Ο νούς σου βγάζει φλόγες
Την καρδιά σου καίει δυνατά
Αγγίζει. Το πετσί σου ανυπόφορα
 Χτύπα να ξεφύγει .Μακελείο
Ταύτιση με την ανάσα σου
 Έσπερματώνει την ευτυχία επάνω σου
Ξέρεις να δίνεις και να παίρνεις
Ξέρεις να ανοίγεις εκείνη την κλειδωμένη
Ευτυχία με την καρδιά σου 


Λοιπόν.Χάρισμα σου ----------------------------------



                                               ΚΛΕΙΔΙ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΥ
                                                    
                               
                                             Georgia Demperdemidou

                                                                        Κλειδί Παραδείσου
                                                                                    


                                                                    Georgia Demperdemidou


ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

 Πώς να γεμίσουμε
Τίς χούφτες από θάλασσα
Τα καλοκαίρια..
Πώς να γλυκάνουν
Οι πληγές από την αλμύρα
Εκείνες  οι στιγμές
Μένουν πάντα ζωντανές
Ένα πλατύ χαμόγελο
Και τα μάτια κολλημένα
Στό φεγγάρι
Τα καλοκαίρια  μας...

Georgia Demperdemidou
                                          ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ

                                                     

                                                        ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΑ
                                                              (απόσπασμα)
                                                                         

                                                      Georgia Demperdemidou

                                                                      


Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κοζάνη όπου έζησα τα παιδικά εφηβικά μου χρόνια. Τελειώνοντας το Λύκειο σπούδασα Τουριστικές Επιχειρήσεις στο τμήμα οικονομίας και Διοίκησης στην Λάρισα.Μετά το Πτυχίο εργάστηκα σε μεγάλο ξενοδοχείο στην Λεπτοκαρυά .Συνέχισα να δουλεύω για χρόνια και σαν υπάλληλος σε Λογιστήρια. Από πολύ μικρή ζωγράφιζα και αγαπούσα της τέχνες. Ήμουν πάντα ομαδοποιημένη για χρόνια έκανα πρωταθλητισμό κυρίως στο χάντμπολ στο Εθνικό Κοζάνης. Μα η μεγάλη μου αγάπη ήταν να γράφω και να διαβάζω Λογοτεχνικά βιβλία .Είμαι παντρεμένη στην Λαμία έχω δυο παιδιά τον Δημήτρη φοιτητή και την Βικτωρία Ισπασία προς πανελλήνιες. Έχω παρακολουθήσει 3 χρόνια την φωτογραφική ομάδα Λαμίας και τώρα είμαι μέλος .Για ένα χρόνο έχω πάρει μαθήματα ζωγραφικής. Αυτό το διάστημα παρακολουθώ τα Εικαστικά Λαμίας με θέμα το κόσμημα. Άλλη μεγάλη μου αγάπη είναι η Γυμναστική όπου και πάω .Αυτή την περίοδο έχω ετοιμάσει τα κείμενα μου προς έκδοση .Μου αρέσει η επικοινωνία με τους ανθρώπους και επικροτώ την αλληλεγγύη!!

Τρίτη, 2 Δεκεμβρίου 2014

Τρία Ποιήματα του Χρήστου Καριώτη




ΑΓΑΠΗ...
Δεν έχω τίποτα να κρύψω
Είμαι ακριβώς αυτός που βλέπεις
Ένας άθλιος ονειροπόλος
Που χτίζει κόσμους με καυτό μελάνι...
Τι είναι η ζωή χωρίς το άγγιγμα σου;
Μια νύχτα χωρίς το φως του φεγγαριού...
Τι είναι ο έρωτας όταν τον στολίζεις με ανόητους φραγμούς;
"Αγάπη" με δίχτυ ασφαλείας..
Μια ηλίθια πρόβα στον καθρέφτη
για να πεις "σ αγαπώ"


Χρήστος  Καριώτης


ΧΕΙΜΩΝΑΣ...

Είσαι μια συνήθεια που πληγώνει
Το αντίο σου κρατάω
Σε στίχους μαγεμένους σαν νυχτώνει
Νεράιδες κυνηγάω

Κι όπως ταξιδεύεις σε μια απέραντη ερημιά
Θα με βρεις ξανά σε μια σου σκέψη κλειδωμένο
Στα μάτια σου η άνοιξη κρύφτηκε ξανά
Κι εγώ σ’ έναν ατέλειωτο χειμώνα περιμένω





ΕΛΕΥΘΕΡΕΣ ΨΥΧΕΣ...

Είμαι ο ασύνδετος κρίκος της θλίψης σου
αν με αγγίξεις θα μου δώσεις φτερά
Η αλήθεια είναι το νέκταρ των θνητών
το ψέμα της αγάπης είναι αθάνατο γλυκιά μου...

Κάποιες ελεύθερες ψυχές
ζουν μέσα στις φλόγες
και στο όνομα του έρωτα
μένουν για πάντα μόνες

Χρήστος Καριώτης



                                                         Πέτρος Τσερκέζης





 ΣΤΟ ΑΡΧΑΙΟ ΑΜΦΙΘΕΑΤΡΟ


Ο τραγωδός σήκωσε τα πυρπολημένα του μάτια
με φλόγες από δάδες, πλημμυρισμένα από αίμα
και αστροπελέκια μέσα στο ερειπωμένο αμφιθέατρο και είπε:
-Κασσάνδρας όνειρο λάλησαν

Και είπε ο πρώτος μάρτυς ηθοποιός με τρεμάμενη φωνή:

-Αυτό είναι ο, τι απέμεινε από το ματωμένο δείπνο του Μινώταυρου.

Βγάλτε τα εγκληματικά αντικείμενα
κρυμμένα στο μανίκι και από τα φαρδιά μανίκια της ιστορίας.
Μη σκουπίζετε τα ματωμένα σας χείλη.
Το αίμα δεν κρύβετε, δεν εξατμίζεται.
Είναι χάρτης εγκλήματος.
Συνέχισε ο δεύτερος μάρτυς ηθοποιός με βαθιά φωνή
σαν να μιλούσε από το πέτρινο βήμα της ιστορίας:
-Τελείωσε η αποφράδα νύχτα του λαβυρίνθου.

Ξημερώνει. Σήμανε η μεγάλη ώρα της αλήθειας.
Και ο τραγωδός είπε: Λαλήτε λαλητάδες με τα ταμπούρλα του ήλιου,

λαλήτε τα αλάλητα μυστικά αυτού του κόσμου
και ας ματώσουν οι λέξεις, ας ματώσουν οι συνειδήσεις

και ας ματώσει ο ουρανός τα μαύρα φλάμπουρα της προδοσίας
στους τυφλούς οφθαλμούς της ιστορίας.

Σήκωσε τα θολά του μάτια ο τραγωδός προς τον ουρανό:

Νεφεληγερέτη Δια άνοιξε μας τους δρόμους με του κεραυνούς
να ‘ρθει η νέα μέρα, να ξεσπαθώσουμε ατρόμητοι
ακονίζοντας τα σπαθιά μας να κυνηγήσουμε τα σκοτάδια.

Από τη συλλογή:<<ΑΠΕΙΡΩΤΑΝ>>
Του Πέτρου Τσερκέζη 



Δευτέρα, 1 Δεκεμβρίου 2014

Διήγημα ,Τα Φεγγάρια Της Μαργαρίτας ,Του Πέτρου Τσερκέζη

                                                  







Το Διήγημα   Τα  Φεγγάρια  Της Μαργαρίτας διακρίθηκε με το Α’ βραβείο στον 30-ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό «ΣΙΚΕΛΙΑΝΑ 2014»

ΤΑ  ΦΕΓΓΑΡΙΑ ΤΗΣ  ΜΑΡΓΑΡΊΤΑΣ

Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ ΗΤΑΝ ΨΗΛΗ και περπατούσε σαν να χόρευε. Την αποκαλούσαν το χρυσό κορίτσι του βόλεϊ. Το πρώτο πράγμα που αντίκριζες βρισκόμενος μπροστά της ήταν το επιβλητικό της ανάστημα, το καλλίγραμμο σώμα, τα μακριά της πόδια και οι καλοφτιαγμένες της γάμπες. Στο αριστερό της χέρι φορούσε πάντα ένα βραχιόλι κάπως παράξενο, παλιομοδίτικο. Ήταν το μοναδικό κόσμημα, από εκείνα τα φθηνά που κατασκευάζουν και φορούν οι αθίγγανοι. Δυο λαμπερά μάτια, καθρέφτης αγνότητας κι ένα αθώο αυθόρμητο χαμόγελο, σχεδόν παιδικό σε σκλάβωναν. Για κάποια φεγγάρια εργαζόμασταν μαζί στο ίδιο λύκειο. Μου ήταν άκρως συμπαθητική κι εκείνα τα φεγγάρια τ’ αποκαλούσα «Τα Φεγγάρια της Μαργαρίτας». Η ενθουσιώδης ιδέα πως στο σχολείο θα συναντούσα τη Μαργαρίτα έκανε τους δρόμους να χορεύουν. Κολυμπούσα σε μια απριλιάτικη αύρα. Αύρα Μαργαρίτας, σκεπτόμουν. Όταν απουσίαζε από το σχολείο δημιουργούνταν μια κατάσταση αδιαθεσίας, μια κενή ατμόσφαιρα νευρικότητας. Πως θ’ αντιμετώπιζα το σχολείο σε περίπτωση μιας πιθανής μετάθεσής της; Σίγουρα την επόμενη σε μια θάλασσα απόγνωσης θα έσπευδα να καταθέσω κι εγώ την αίτηση της παραίτησής μου. Το εννοούσα αυτό με πλήρης σοβαρότητα και συνείδηση ή είχε κάποια χροιά αστείου. Σε όλη τη φιλική μας σχέση επικρατούσε μια σπάνια συναισθηματική φόρτιση έντονης ευαρέσκειας. Το πουκάμισο της, στο κίτρινο της μιμόζας, γέμιζε το γήπεδο του σχολείου με ήλιο και με συνόδευε με κυματογενείς παλμούς σαν το ανέμισμα της καστανόξανθης κόμης της. Πότε-πότε την πείραζα μ’ ένα δίστιχο δημοτικού τραγουδιού:
«Ψηλό μου κυπαρίσσι λυγάει η κορφάδα σου,
Ποιος θα πρωτοφιλήσει την εμορφάδα σου».
Εκείνη χαμογελούσε με τα πράσινα μάτια στο χρώμα του γάργαρου νερού μέσα στις λυγαριές, αλλά άξαφνα εμφανιζόταν ένα πέπλο θλίψης περιπλανώμενο μέσα στους οφθαλμούς της σαν ένα κομμάτι ομίχλης πάνω στο ποτάμι. Κάτι είχε η Μαργαρίτα που υποχρέωνε να σκιρτούν ανήσυχα τα τρεμάμενα φτερά του πουλιού της νιότης. Το ‘γραφαν τα μάτια της για εκείνους που ήξεραν να διαβάζουν μάτια. Δεν επιθυμούσα όμως να διαβάσω πιο βαθιά, σαν να φοβόμουν μη χαλάσει εκείνη η ισορροπία που επικρατούσε μεταξύ μας, η γαλήνη του πιο ειλικρινούς χαμόγελου του κόσμου, λες θα λύγιζε και θα ‘σπαζε η λυγερή κυπαρισσένια κορμοστασιά.
ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ μας συνέδεαν δυο πράγματα, το βόλεϊ και ο χορός. Πάντα στις ώρες που είχα διάλειμμα θα ‘τρεχα στο γήπεδο του σχολείου, και ήμουν ευπρόσδεκτος από την πιο αδύναμη ομάδα, αντίπαλος της Μαργαρίτας γιατί ήμουν πολύ καλός σουτέρ και μπορούσα να το αντιμετωπίσω επάξια το κίτρινο πουκάμισο.
Εκείνο που μας είχε συνδέσει περισσότερο ήταν ο χορός. Όσες φορές γινόταν κάποιο πάρτι στο σχολείο, ή διάφορων ειδών χοροεσπερίδες, εμείς θα βρισκόμασταν πάντα εκεί προσκεκλημένοι ή απρόσκλητοι. Και ο πρώτος χορός θα ήταν δικός μας. Ήταν κλεισμένος για πάντα. Τον είχαμε συμφωνήσει με τη σιωπή. Δεν ήταν ανάγκη ούτε για σημάδια, ούτε για χειρονομίες. Μόλις άρχιζε η μουσική θα σηκωνόμασταν ταυτόχρονα και θα απευθυνόμασταν ο ένας προς τον άλλο με γαλήνιο και σίγουρο βήμα.
Η Μαργαρίτα δε χόρευε, πετούσε. Δεν είχα δει μπαλαρίνα να στροβιλίζεται τόσο υπέροχα. Η σύγκριση «χορεύει σαν πεταλούδα» δε θα ταίριαζε καλύτερα σε άλλη γυναίκα. Παρότι έβγαινε πάνω από μένα πέντε δάχτυλα, αυτό δεν μπόδιζε καθόλου να ήμαστε τέλειο ζευγάρι στο χορό. Πολύ μας ζήλευαν. Εμείς όμως δε θέλαμε να ξέρουμε. Διασχίζαμε την αίθουσα στροβιλίζοντας και νιώθαμε ευτυχισμένοι σαν βασιλικό ζευγάρι.
Πόσες φορές κρεμαστήκαμε ο ένας στο ώμο του άλλου σαν να χορεύαμε μόνο για πάρτι μας, σαν να μην υπήρχαν χίλια μάτια που μας παρακολουθούσαν σχολιάζοντας κάθε κίνηση και μας έτρωγαν με τα ρούχα. Με το μυαλό μου τολμούσα κιόλας να τη φιλήσω χορεύοντας ένα βαρύ ρούμπα και να την ξεγυμνώσω με αργές κινήσεις σαν στις ταινίες. Της έβγαζα εκείνο το άλλο, το πορφυρό πουκάμισο, το άγγιζα και με τύλιγαν οι φλόγες. Πότε ένιωθα ίλιγγο, μια απώλεια σταθερής επαφής με το έδαφος και άλλοτε μ’ ερέθιζε το κόκκινο σαν ταύρο στην αρένα. Αλλά το όνειρο ήταν μακριά από την πραγματικότητα. Με τη Μαργαρίτα ήμασταν μόνο φίλοι. Όλα τ’ άλλα ήταν παράξενα κόλπα του υποσυνείδητου, τα οποία πότε-πότε έμπαιναν πεισματικά σ’ ένα φαντασιακό φακό και μου προκαλούσαν αφόρητη αναστάτωση. Κάμε όνειρα, αγόρι μου, έλεγα, κάμε όνειρα.
Η ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ έλειπε για αρκετές μέρες από το σχολείο. H ομάδα του βόλεϊ της πόλης μας βρισκόταν στην πρωτεύουσα αγωνιζόμενη στο πρωτάθλημα της χώρας διεκδικώντας επάξια το κύπελλο. Τη θεωρούσα την απουσία της ερήμωση του σχολείου και της πόλης επίσης. Δεν υπήρχε διάθεση για μάθημα και καθημερινά διαπίστωνα πόσο απαραίτητη ήταν η παρουσία της στη ζωή μου. Οι μακρόχρονες απουσίες της με υποχρέωναν να γίνομαι βλοσυρά σιωπηλός και αυθάδης. Η ιδέα της επιστροφής της ήταν μια παρηγοριά. Σκεφτόμουν, πως με την επιστροφή κάτι θ’ άλλαζε, κάποια στιγμή θα αποτολμούσα να της εκφράσω τα συναισθήματά που ανάβλυζαν στην ψυχή μου. Εκείνη γύριζε και τα πράγματα συνεχίζονταν ξανά όπως πριν.
Δεν καταλάβαινα τι συνέβαινε. Τι έφταιγε άραγε; Τι ήταν αυτός ο χάλκινος μανδύας που τυλίγονταν στο σώμα μου και με μάργωνε; Μην έφταιγε ο ουρανός αυτής της γκρίζας πόλης και τα σκληρά μάτια σαν η πέτρα του, που μας περιτριγύριζαν σαν κακός οιωνός και δε μας άφηναν περιθώριο να εκφραστούμε; Εκείνο το ανεπιθύμητο που φοβόμουν και απωθούσα επίμονα όσο πιο μακριά γινόταν έφτασε μια ψυχρή μέρα του Γενάρη. Η μετάθεση.
Στην πραγματικότητα η μέρα ήταν απαλή και βελούδινη. Ήταν μια σπάνια μέρα. Μια από εκείνες όταν ο απέραντος ουρανός είχε αποφασίσει να χαρίσει στους ταλαιπωρημένους ανθρώπους της γης μια ιδιαίτερη απόλαυση. Η λευκές πεταλούδες του χιονιού χόρευαν πάνω από τη γη στέλνοντας μια ευγενική πρόσκληση να τις ακολουθήσουμε. Το χιόνι ερχόταν τόσο γαλήνιο και απροσδόκητο σαν να ήταν τεχνητό. Από το παράθυρο της τάξης χάζευα το χορό των νιφάδων του χιονιού μιλώντας για τον «Πόλεμο και Ειρήνη» και το ρωσικό χειμώνα όταν η φράση κόπηκε απότομα. Ξαφνικά είδα να αιωρείται η Μαργαρίτα σαν να είχε συντονίσει το βήμα της στο χορό με τις πεταλούδες του χιονιού. Φορούσε ανοιχτογάλαζο μπουφάν χωρίς την κουκούλα στο κεφάλι. Κοίταξα την ώρα. Είχαν μείνει ακόμα δέκα λεπτά για το διάλειμμα. Έδωσα στους μαθητές κάποιο καθήκον, επεξεργασία κειμένου και βγήκα από την τάξη.
«ΠΗΡΑ ΜΕΤΑΘΕΣΗ», είπε εκείνη και με κοίταξε στα μάτια σαν να περίμενε τη συγκατάθεση ή κάποια αντίδραση εκ μέρους μου. «Ήρθα να σ’ ενημερώσω και να σε αποχαιρετίσω».
«Και δέχτηκες;» ρώτησα καταθέτοντας όλη μου τη αναστάτωση.
«Δυστυχώς, ναι. Είναι μια ζηλευτή θέση. Δεν υπήρχαν πιθανότητες επιλογής. Κάθε άλλος στις συνθήκες μου το ίδιο θα είχε πράξει».
Την κοίταξα με μια συμπαντική απόγνωση χωρίς να δώσω καν σημασία στη λέξη «συνθήκες». Την αντιμετώπισα ξανά με χιούμορ, δεν είχα άλλη διέξοδο: Ψηλό μου κυπαρίσσι λυγάει η κορφάδα σου/ Άλλοι θα τη χαρούνε την εμορφάδα σου.
Αυτό ήταν όλο. Δεν υπέβαλα αίτηση για παραίτηση. Ούτε μου πέρασε καν από το μυαλό κάτι παρόμοιο. Δε χάλασα κόσμους. Τη δέχτηκα με μια αφύσικη ψύχρα αυτή την είδηση. Δεν ξέρω πια συμπαγή μάζα με κράτησε έτσι απαθή. Τα λόγια έμοιαζαν ανίκανα να εξυπηρετήσουν τις επιθυμίες μου. Εκείνη σηκώθηκε, έτεινε το κρινένιο της χέρι, το οποίο δεν έμοιαζε καθόλου με χέρι που μπορεί να σουτάρει φαρμακερά. Το έσφιξα και δεν ξέρω γιατί μου έμειναν τα μάτια στο ασήμαντο βραχιόλι που φορούσε στο αριστερό. Υποκλίθηκε ελαφρά και με φίλησε στα δυο μάγουλα. Τη φίλησα κι εγώ, βέβαια και μου έμοιασε τόσο εύθραυστη λες και σε λίγα βήματα θα γινόταν θρύψαλα.
«Θα ξαναβρεθούμε και θα τα πούμε σύντομα», είπε, γυρίζοντας και φεύγοντας με γοργό βήμα για να μη διακρίνω τα πράσινα της μάτια που είχαν αρχίσει να θολώνουν και να βουρκώνουν.
«Σίγουρα, στην ίδια πόλη ζούμε, δε θα χαθούμε», πρόσθεσα πίσω της νιώθοντας να με διατρέχει ένα παγερό ρίγος.
Δε συνέβηκε όμως έτσι. Εξόν τις τυπικές συναντήσεις μερικών δευτερολέπτων όταν κυνηγούσα την ομάδα σαν φίλαθλος, στο τέλος του αγώνα, δεν είχαμε καμιά άλλη ευκαιρία να βρεθούμε. Μετά από κάθε σουτάρισμα της Μαργαρίτας όλο το γήπεδο βούιζε σαν σε χορωδία: Ρίτα-Ριτάκι, το χέρι σου φαρμάκι. Χωρίς καμιά αμφιβολία ήμουν εγώ που ηγούμουν το γήπεδο. Ήταν σαν ένα ξέσπασμα που αναπλήρωνε την απουσία της. Το ήξερε κι εκείνη και σε μια από τις σύντομες συναντήσεις μας έξω από τα αποδυτήρια μου είπε: «Είναι ανώφελο να ξεσηκώνεις το πλήθος με τ’ όνομά μου».
«Είμαι θαυμαστής σου και εκφράζω μια πραγματικότητα», είπα. Έφυγε χαμογελώντας αμήχανα με ευδιάκριτη καλοσύνη.
Οι αγώνες είχαν τελειώσει και είχαμε σχεδόν τρεις μήνες να βρεθούμε. Μια μέρα έμαθα πως η Μαργαρίτα αρραβωνιάστηκε. Βούρκωσε ο ουρανός. Με πόνεσε πολύ, έτσι όπως πονάει μια μαχαιριά. Σκέφτηκα πως θα έπρεπε να τη συναντήσω για μια ευχή, αλλά και να της τα ψάλλω κάπως. Κατά βάθος όμως προσπαθούσα να αναβάλλω και ν’ αποφύγω επ’ άπειρον αυτή τη συνάντηση χωρίς να γνωρίζω την αιτία. Πότε-πότε πλημμύριζε την ψυχή μου ένα μαύρο νέφος και ξεσπούσε μια καταστροφική καταιγίδα από καταιγιστικούς μονολόγους. Με μια τρελή επιθυμία να τα κάμω όλα σμπαράλια, να ουρλιάξω, να ξεσπάσω, να γρονθοκοπήσω τον εαυτό μου και να τρέξω να την αρπάξω στην αγκαλιά μου, να την κάμω δική μου. Όλο αυτό το ξέσπασμα τελείωνε μ' ένα «ηλίθιε, την έχασες για πάντα τη Μαργαρίτα». Το ταμπλό της κατάστασης ζωγραφίζονταν με τα πιο μαβιά χρώματα και γίνονταν πιο καταθλιπτικό όταν έκανα σύγκριση μ’ ένα άλλο κορίτσι, με το οποίο είχα αναπτύξει εφήμερες σχέσεις τον τελευταίο καιρό.
ΕΙΧΕ ΑΡΧΙΣΕΙ η σεζόν των θερινών διακοπών. Είχα προτείνει σ’ ένα φίλο μου να την αράξουμε κάπου, σε καμιά παραθαλάσσια πόλη με γούρι. Ίσως κάποια θερινή περιπέτεια να με υποχρέωνε να ηρεμίσω και να ξεχάσω την κακοδαιμονία και τη βλακεία που μου είχαν αρπάξει τη Μαργαρίτα από την αγκαλιά. Και η μοίρα με οδήγησε στην πόλη που παραθέριζε η Μαργαρίτα. Χάρηκε πολύ όταν με είδε, με γνώρισε με τον αρραβωνιαστικό της, τους απεύθυνα τις πιο εγκάρδιες ευχές και πότε βρισκόμασταν να κυλιόμαστε πλάι-πλάι στην καυτή άμμο, πότε δημιουργούσαμε στεφάνια με ιριδισμούς με τις χρυσές ρανίδες του νερού ή περνούσαμε τα βράδια στο ίδιο τραπέζι, σε μια εύθυμη και φιλική ατμόσφαιρα, προσκεκλημένοι του ευτυχισμένου ζευγαριού ή εκείνοι καλεσμένοι μας.
«Το ξέρεις πως εκείνη σε λατρεύει;» μου ψιθύρισε μυστικά μια μέρα ο φίλος μου.
«Ποια είναι εκείνη που με λατρεύει;»
«Η Μαργαρίτα, ποια άλλη;»
«Οι λατρείες έχουν πεθάνει προ πολλού, αγόρι μου. Απλώς υπάρχει η σκιά της παλιάς φιλίας».
«Αυτό που βλέπω δεν είναι απλή φιλία. Είναι ανώφελο να μου το κρατάς μυστικό, δε σκεπάζεται ο ήλιος με τον κόσκινο».
«Σκέτη φιλία», είπα ξανά. Ήταν αυγουστιάτικες νύχτες με κάποια σμαραγδένια φεγγάρια που τα ‘βλεπα να περνούν από το μπαλκόνι της Μαργαρίτας στο μπαλκόνι μου ή κατέβαινα μετά τα μεσάνυχτα στο γιαλό κι εκείνα πολλαπλασιάζονταν παίρνοντας την φανταστική τους λάμψη πάνω στα σγουρά κυματάκια. Εκεί μέσα ανακατευόταν και χανόταν και το πρόσωπο της Μαργαρίτας. Αυτά ήταν τα αληθινά φεγγάρια της Μαργαρίτας που με αναστάτωναν και μου είχαν κλέψει τον ύπνο. Απέφευγα επίμονα τις τρυφερές σκηνές με τη Μαργαρίτα. Δεν μπορούσαμε όμως ν’ αποφύγουμε τις καυτές ματιές. Κάθε προσπάθεια απέβαινε μάταιη και βασανιστική. Δεν ήταν απλό φλερτ, ήταν χείμαρρος που μας είχε αρπάξει και μας παρέσερνε στο μάτι του κυκλώνα. Βρισκόμουν σε τρομερό δίλημμα. Δεν είχε καμιά αμφιβολία ήμουν τρελά ερωτευμένος με τη Μαργαρίτα και ζήλευα τρομερά. Έβλεπα όμως πως και ο αρραβωνιαστικός της ήταν αρκετά τρυφερός μαζί της. Ήταν ευγενέστατος και την κοίταζε στα μάτια σαν να ήταν μια θεά.
Πως να πράξω; Σκεφτόμουν πως η μοναδική λύση θα ήταν να βρω μια αιτία και να το σκάσω αφήνοντας το ζευγάρι στην ησυχία του. Δεν χρειάστηκε όμως να φύγω, άλλος θα το ‘βαζε στα πόδια.
Εκείνη ήταν μια βραδιά θρίλερ. Είχαμε κλείσει τραπέζι σ’ ένα κέντρο πάνω από τη θάλασσα ακριβώς. Τόσο κοντά που την αγγίζαμε με τα δάχτυλα. Μια τεράστια πορτοκαλί πανσέληνος είχε προβάλλει εκεί μακριά στην απεραντοσύνη του πελάγους κι ερχόταν να μας αναστατώσει όλους. Μύριζε ιώδιο και έντονη ψαρίλα. Η θάλασσα μας ράντιζε με φεγγαρένιες ρανίδες. Καθόμασταν οι τρεις, εγώ ο φίλος μου και η Μαργαρίτα στο πιο ακρινό τραπέζι σε μια παράξενη κατάσταση τεταμένης σιωπής. Εν αναμονή του αρραβωνιαστικού της Μαργαρίτας δεν μπορούσαμε να δώσουμε παραγγελία. Εκείνος αργοπορούσε αδικαιολόγητα και δεν γνωρίζαμε την αιτία. Ούτε καν η Μαργαρίτα. Κάποια στιγμή επηρεασμένος από όλη αυτή τη φεγγαράδα προσπαθώντας να καταπραΰνω την αγωνία για την απουσία του αρραβωνιαστικού άγγιξα το χέρι της. Εκείνη όχι μόνο δεν το τράβηξε, αλλά μου το χάιδεψε τρυφερά λες και οι μαλαματένιες ακτίνες έρεαν μέσα από τα δάχτυλά μας. Αντικρίζοντας τον αρραβωνιαστικό τραβήξαμε
τα χέρια αστραπιαία. Σίγουρα εκείνος δεν ήταν δυνατό να προσέξει τις κινήσεις μας στην απόσταση που βρισκόμασταν. Μόλις πλησίασε στο τραπέζι καταλάβαμε. Ο αρραβωνιαστικός έμοιαζε με φουρτουνιασμένο πέλαγος. Τράβηξε οργισμένος την καρέκλα, έσπρωξε βίαια το τραπέζι, γύρισε και έσπασε ένα νεροπότηρο και το κύμα ανέβηκε στο τραπέζι μας. Είχε ξεσπάσει η θύελλα. Έμοιαζε έξαλλος. Δε ζήτησε συγνώμη για την αργοπορία.
«Μου δίνεις λίγο το βραχιόλι, Μαργαρίτα».
«Γιατί;» ρώτησε εκείνη με μια ψυχρή φωνή.
«Να το ‘δω. Γιατί δεν φόρεσες το βραχιόλι που σου χάρισα;»
«Θα το φορέσω. Μας περιμένουν πολλές ευκαιρίες. Μόλις
έχουμε αρραβωνιαστεί. Δε μας τελείωσαν οι μέρες».
«Δυστυχώς».
«Τι εννοείς;»
«Δώσε μου το βραχιόλι».
«Ορίστε».
«Τι γράφει εδώ».
«Ένα σύμβολο. Ένα Ζήτα. Ζωή».
«Αυτό σου φόρεσαν οι τσιγγάνοι όταν σε βρήκαν εγκαταλειμμένη στην ακροποταμιά; Ντρέπομαι για το δεσμό μας. Ντρέπομαι και δαιμονίζομαι για τον αρραβώνα μας. Μ’ εξαπάτησες. Είσαι μια εξώγαμη, μια μπάσταρδη και μου παρουσίασες για πατέρα έναν αθώο ανθρωπάκο, εξαπατημένος κι αυτός. Και η μητέρα σου τι απέγινε; Πέθανε πάνω στη γέννα; Τους εξαπάτησες όλους. Ζεις μέσα στο ψέμα και στην απάτη. Δε σου αξίζει η αγάπη μου. Εσύ, το χρυσό κορίτσι του βόλεϊ, δεν αξίζεις ούτε μια μπακίρα τσακιστή. Είσαι κάλπικη. Και τολμάς να κρατήσεις στο χέρι αυτό να δείξεις την καταγωγή σου; Αυτό είναι χειρότερο από αυτόφωρο. Αυτό το απαίσιο πράγμα κι εσύ την έχουν τη θέση εκεί στο βυθό της θάλασσας».
Πέταξε το βραχιόλι στη θάλασσα με μια βάρβαρη πράξη κι ένα βίαιο ύφος.
«Δεν θέλω να σε ξαναδώ ποτέ πια», είπε φεύγοντας οργισμένος σαν ανεμοστρόβιλος χωρίς κανένα σεβασμό για τα πρόσωπά μας και το απροστάτευτο κορίτσι.
Πετάχτηκα στο πόδι σφίγγοντας τις γροθιές ορμώντας πίσω του. Ο φίλος μου, μου ‘κοψε τη φούρια.
«Σταμάτα, δεν αξίζει τον κόπο», είπε, «Γύρνα στο τραπέζι, σε χρειάζεται η Μαργαρίτα».
Τώρα και η θάλασσα χτυπιόταν άγρια σαν ζωντανή. Μας χαράκωνε το δέρμα με κοφτερές λεπίδες και νυστέρια. Που είχαν δραπετεύσει εκείνες οι βελούδινες, φεγγαρένιες ρανίδες, που μας είχε χαρίσει γενναιόδωρα στην αρχή.
«Εσείς δε θα φύγετε;» ρώτησε η Μαργαρίτα κι ένα αργυρό δάκρυ χαράκωσε το μάγουλό της, το δάκρυ του φεγγαριού.
«Όλους σας έχω εξαπατήσει, φύγετε και αφήστε με στη μαύρη μου τη μοίρα».
«Όχι», είπα, «αυτές οι κακοήθειες δεν αρμόζουν στο πρόσωπό σου. Εγώ γνωρίζω για τους γονείς σου και την καταγωγή σου, τα ‘χω ακούσει όλα από το στόμα σου. Και τα πιστεύω. Ξέρω πια είναι η αλήθεια. Όσα ξεστόμισε εκείνος ο παρανοϊκός δεν αλλάζουν τίποτα μεταξύ μας. Εσύ θα είσαι πάντα το λατρεμένο μου, χρυσό κορίτσι του βόλεϊ».
Σηκώθηκα έβαλα τα χείλη μου στο μάγουλό της, ρούφηξα το δάκρυ της και την αγκάλιασα θερμά ψιθυρίζοντας:
Ψηλό μου κυπαρίσσι λυγά η κορφάδα σου,
Για πάντα θ’ αγκαλιάζω την εμορφάδα σου.
Μια αθώα, ερωτιάρα πανσέληνος αρμένιζε στα ταραγμένα νερά στα ανοιχτά του πελάγους και στα μάτια της Μαργαρίτας.
ΠΕΤΡΟΣ ΤΣΕΡΚΕΖΗΣ