Παρασκευή, 23 Μαΐου 2014

ΛΙΑ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗ





  • Τρια ποιήματα  της Λίας Νικολαϊδη



    ΑΛΦΑ
    Σ ένα Α συρρικνώθηκε η ζωή μου.
    Στο Αγαπώ ,
    στην Απουσία,
    στο Α στερητικό.
    Ακόμα και τ’ όνομά μου
    ένα Α που το Αρνήθηκα
    πεισματικά από παιδί.
    Αρκούμαι.
    Αρνιέμαι.
    Απορρίπτω,
    Απορρίπτομαι.
    Ρήματα σε παθητική
    ή ενεργητική φωνή
    που απελπιστικά
    Aπερημώνουν το εντός μου.

    ΑΠΕΤΑΞΑΜΗΝ
    Μάταια προσπάθησα να προσπεράσω
    την αμαρτωλή μου φύση,
    όλα τα όχι και τα μη
    τις αδυναμίες και τα πάθη
    τα πρέπει και τα θέλω
    που εντός μου
    μπεκροπίνουν
    σ’ εκείνο το χαμαιτυπείο
    που συχνάζω από παιδί.
    Έτσι, άλλαξα φουστάνι,
    έβαψα τα μαλλιά μου κόκκινα,
    φόρεσα μαύρα γυαλιά,
    για να είμαι αγνώριστη
    σε γνώριμους παλιούς,
    μα εκείνοι πάντα με ακολουθούσαν,
    πάντα μ αναγνώριζαν
    ανάμεσα στο πλήθος.
    Προσπάθησα την αμαρτωλή μου φύση
    ν’ αποτάξω
    μα κατέληξα να φωνάζω
    απεταξάμην
    στο φανοστάτη
    που καίει ολονυχτίς,
    και στους παλιούς μου γνώριμους
    και σε σας
    φωνάζω
    Απεταξάμην…
    ( Κατάλαβα στο τέλος
    πως ακόμα και τον ίδιο μου το εαυτό
    ήθελα να αποτάξω
    μα στο τέλος κατάφερα
    να προσθέσω
    ένα ακόμα αγκάθι στο πετσί μου)



  • ΚΙΤΡΙΝΗ ΖΑΚΕΤΑ
    Την έβαλα εχθές το πρωί
    για να μη ξεχωρίζω μέσα στο πλήθος,
    για να είμαι αόρατη στις ριπές
    των πυροβόλων όπλων,
    για να μη με αναγνωρίζουν
    οι ελεύθεροι σκοπευτές
    που κρύβονται στις σκιές
    υποκρινόμενοι τους φίλους
    τους αδερφούς , τους εραστές.
    Φόρεσα τη κίτρινη ζακέτα,
    -εκείνη που μου χάρισες-
    κι έφυγα...





  • Λία Νικολαϊδη

Α' Τόμος




Κική Δημουλά ---Περιφραστική πέτρα

 Μίλα.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.

Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.

Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».

Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.

Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.




ΓΙΩΡΓΟς Θ.ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟς





Τρία ποιήματα του Γιώργου Θ.Γιαννόπουλου


Όμορφιά

Τ' αεράκι που μας συνεπήρε,
γαλάζιου πλανήτη πνοές,
νότισε το δέρμα σου
με την αλμύρα της νιότης

η ομορφιά σου,
κατάρα κι ευτυχία
που ξέπλυνε η λήθη,
στις σπηλιές του Άη-Στράτη.


Το  μπαλαούρο της ζωής

Μιά  λέξη μιά ελπίδα
ένα λευκό πυρκαγιά
ένας έρωτας θάνατος
ένα ταξίδι πράσινο
ένας στίχος κλάμα νεογνού
μάρμαρο γενέθλιο
φως


Κατακλυσμός

Λιώνουν τα χιόνια
των νεκρών
η πίκρα
 άρωμα

Απάνεμος ύπνος
γυναικών
γεφύρι
σε κατακλυσμό τσιγγάνων.

Αρκεί μιά στιγμή
στο φως
ανοίγει
ο ενσαρκωμένος τους
έρωτας.


Γιώργος Θ.Γιαννόπουλος
(από την ποιητική συλλογή ,Το Θέρος Των Βροτών.'')

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Φανή Αθανασιάδου

                                             

                       Τρία ποιήματα  της Φανής Αθανασιάδου                                

                                           Της μιλούσε..

                                                     Της μιλούσε,
                                                 κι'εκείνη κοίταζε την απόσταση
                                                ανάμεσα στα μάτια του,
                                                πόσο βαθιά τη διάβρωνε το αυλάκι
                                                 και  που θα οδηγούσε άραγε
                                                Της μιλούσε,κι'εκείνη πρόσεχε
                                                 τα δαχτυλίδια απ΄τον καπνό του τσιγάρου του
                                                 πως περιβάλλανε τιςλέξεις και τις φράσεις του,
                                                τις έννοιες,που εκείνος ήθελε να δώσει.
                 
                                                  Ύστερα έστρεφε το βλέμμα
                                                  έξω απ΄το  παράθυρο
                                                 στα λιγοστά φύλλα των δέντρων
                                                 πως τα παράσερνε ο άνεμος,
                                                πως έσπρωχνε ανθρώπους και σκουπίδια
                                                          σαν ένα..
                                                 το ρολόι χτύπησε τέσσερις φορές
                                                  κι'εκείνη έκλεισε τα μάτια
                                                    για να ονειρευτεί.
                                                     
                                   
                                         
                                                      

                                                        ΜΗΔΕΙΑ


Το ποτήρι
πλάι στην ανθισμένη καμέλια ·
όλα τα πράγματα βαλμένα στη σειρά ,
με τάξη ,
εκτοπίζοντας την αταξία
που έφερνε η είσοδος του στο σπίτι.
Mακάριο μειδίαμα
που παράδερνε στα βράχια
σε μια διήγηση «άνευ όρων»
χωρίς ακροατές ,
παρά μόνο το λόγο του Ευριπίδη :
«η Μήδεια πήρε τα παιδιά της
μακριά από την προδομένη συζυγική κλίνη
του επίορκου Ιάσονα» .

Φανή Αθανασιάδου
(από τη ποιητική συλλογή''Δελτίο καιρού'')





                                                        


                                                                  

                                                     Αφή

                                                          Κανείς δεν έμεινε
                                                    σε κείνη τη μακρινή ανάγνωση,
                                       την εξ αποστάσεως προσέγγιση των πραγμάτων
                                      'Ολοι αναζητούσαν την αφή,τη ψηλάφιση
                                    τη ζεστή παρουσία ενός ανθρώπινου κορμιού
                                                  που θα τους έφερνε πιο κοντά
                                          και θα ανάσταινε ξανά τις προσδοκίες τους

                                                        Φανή Αθανασιάδου
                                                                                   





Κική Δημουλά--- Ο ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ

               

Ὁ ἔρωτας,
ὄνομα οὐσιαστικόν,
πολὺ οὐσιαστικόν,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ,
γένους οὔτε θηλυκοῦ, οὔτε ἀρσενικοῦ,
γένους ἀνυπεράσπιστου.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
οἱ ἀνυπεράσπιστοι ἔρωτες.
Ὁ φόβος,
ὄνομα οὐσιαστικὸν
στὴν ἀρχὴ ἑνικὸς ἀριθμὸς
καὶ μετὰ πληθυντικὸς
οἱ φόβοι.
Οἱ φόβοι
γιὰ ὅλα ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.
Ἡ μνήμη,
κύριο ὄνομα τῶν θλίψεων,
ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
μόνον ἑνικοῦ ἀριθμοῦ
καὶ ἄκλιτη.
Ἡ μνήμη, ἡ μνήμη, ἡ μνήμη.
Ἡ νύχτα,
Ὄνομα οὐσιαστικόν,
Γένους θηλυκοῦ,
Ἑνικὸς ἀριθμός.
Πληθυντικὸς ἀριθμὸς
Οἱ νύχτες.
Οἱ νύχτες ἀπὸ δῶ καὶ πέρα.

Σάββατο, 17 Μαΐου 2014



 Τρία  ποιήματα  του Γιώργου  Μανέτα


Δεν ήρθε…

Δεν ήρθε στ’ όνειρο και δεν κοιμάμαι.
Μήπως ναυάγησε μέσα σ’ αυτό?
Είχαν τα μάτια της στεριά, θυμάμαι.
Σ’ αυτήν ευχόμουνα πάντα να βγω.

Μετρώ στους χάρτες μου στεριές, μιαν άκρη.
Τ’ αστέρια λάθος μου που τα μετρώ.
Μήπως σπαράγματα βράχων και μάκρη
μου τήνε κρύψανε, στεριά μη δω?

Νύφη μη ντύθηκε, σαν τη σελήνη,
και στ’ αφροσκέπασμα δεν τη θωρώ?
Χλωμή από θάνατο, δεν θέλει εκείνη
τον ίδιο θάνατο, να νιώσω εγώ?

Γιατί τα μάτια της λάθος θυμάμαι?
Θάμπωσε τ’ όνειρο και τα ξεχνώ?
Ας ήταν στ’ όνειρο κοντά της να ’μαι
κι ας βυθιζόμουνα κι εγώ σ’ αυτό.

©Γιώργος Μανέτας


Έτσι…

Έτσι, όπως θάμπωσε η σελήνη,
με κείνο, το χλωμό – κίτρινο φως…
Να ’ταν ο πόθος μου κρυφός,
μόνο για κείνη…?

Έτσι, όπως γνώρισα τ’ αστέρια,
και το γαλάζιο χρώμα τ’ ουρανού…
Να ‘ταν η ομίχλη του πρωινού,
η τόσο αιθέρια…?

Έτσι, όπως γνώρισα την πλάση -
και αυτή μου η πίκρα να γραφτεί…
Να ‘ταν η κτήση να χαλάσει,
χωρίς αυτή…?

Έτσι, όπως μίλησα στο γλάρο,
κι απάντησε με μια κραυγή:
Να ‘ταν, μαζί μου να σε πάρω,
χωρίς αυτή…?

Έτσι, όπως στάλαζε η βροχούλα,
και σκέψεις έρχονταν στο νου…
Nα ‘ταν η ανάποδη βαρκούλα,
κάποιου αλλουνού…?

Κι έτσι, όπως θάμπωνε η σελήνη,
με κείνο, το χλωμό – κίτρινο φως…
Έγιν’ η Θάλασσα καημός…
Έτσ’ είναι κείνη…!

©Γιώργος Μανέτας

Άλιος γέρων

Ας υποθέσουμε
Πως ο ήλιος εξώθησε, ή γκρεμίστηκε, πέρα!
- Τι μικροί θα φαινόμασταν των εκείνων στιγμών…
Των αστέρων που θα 'σβηνε, η πολύφωτη βέρα,
θα θρηνούσε στα δάχτυλα των λαμπρών ποιητών.

Πως η νύχτα ξεχάστηκε, πως λησμόνησε η μέρα.
Πως η φύσις αντέδρασε σε μια κάποια πληγή.
Πως οι κόρες γεννήθηκαν σε μιαν άκαρπη σφαίρα.
Πως τα δέντρα μαράθηκαν μες στην άνυδρη γη.

Ας υποθέσουμε
Πως τα σπίτια μας πέσανε, πως οι γιοι μας πεθάναν.
Πως αυτοί που γνωρίζαμε, δεν υπάρχουνε πια.
Ίσως, κάποιοι, που μείνανε, να ρωτήσουν: Τι κάναν?
Δείξτε τη μας, την άχρηστη, την εκείνη γενιά.

Πως κι εκείνοι, πεθάνανε. Πως πρωτόζωα ξανάρθαν.
Πως ο ήλιος, λαμπρότερα θα φωτίσει τη γη.
Μα… Τα μίση, τα πάθη μας, φονικά που ματάρθαν
έτσι, αέναα θα σκόρπιζαν πάλι αυτή τη ζωή...

Ας υποθέσουμε
Πως εσένα, που αγάπησα, να μη θέλουν να υπάρχεις.
Πως οι λέξεις πια στέρεψαν, κι ίσως, ίσως κι εσύ.
Όμως, πάντοτε, Θάλασσα, την αγάπη μου θα ‘χεις,
και υποθέτω, θα ζήσουμε, έτσι πάντα μαζί!

©Γιώργος Μανέτας


Πέμπτη, 15 Μαΐου 2014

Δημήτρης Π.Κρανιώτης

  




Τρία  ποιήματα ,του Δημήτρη .Π. Κρανιώτη





ΕΚΔΙΚΗΣΗ

Κουράστηκες,
γέρασες
παράξενε ξυλοκόπε.
Τα κούτσουρα
σε γέρασαν,
που τη ζωή τους
έφαγες.
Τα νιάτα σου
φαγώθηκαν,
αυτά σου τα ρημάξανε.
(από τη συλλογή'' Ίχνη''


ΤΡΕΛΛΟΙ ΚΙ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΟΙ

Της κόλασης
λοξές ματιές
γίναμε κομπολόι,
να παίζουν
και να χάνουνε
τρελοί κι ονειροπόλοι,
που δεν ζητούν
να παραδοθούν
σε λογικής επιθέσεις,
μα δυνατά γελούν
και μονολογούν
ως άλλοθι ενόχων.

(από την ποιητική συλλογή ''Ενδόγραμμα''



ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ

Προφταίνω να φύγω,
μα υπομένω,
σαν κλάδεψα
λίγα χρήματα
για ''μπρέκφαστ ''
αναψυχής.
Μάταια διακόπτω
τον ειρμό μου
με ''τάιμ άουτ''
κι απρόσεκτα
θερίζω το χρόνο.
Με ποινές
παντός καιρού
τον αποκαθηλώνω.

Δημήτρης Π.Κρανιώτης (από ανέκδοτη ποιητική συλλογή )

Τετάρτη, 14 Μαΐου 2014

Μανώλης Αλυγιζάκης

Manolis Aligizakis

Άμορφος

Ήμουν εκεί
πριχού στη μήτρα μπω
καπνός από φωτιά που σιγοσβύνει
αγέρας που χτυπά το παραθύρι σου
του είναι σου ρωγμή και δέτης

τραγούδι ήμουν του πανηγυριού
εσπερινής ακολουθίας ύμνος
πριχού πάρω το σχήμα ζωντανού
και το 'νομά μου να διαλέξω

ήμουν εκεί
άρωμα άχρωμου τριαντάφυλλου
ενός πουλιού πετάγισμα

ήμουν του δειλινού λυγμός πορτοκαλής
πριχού στης σάρκας την παγίδα μπω
της θάλασσας αλάφριο κύμα
μονιάς αητός των πέτρινων κορφών
απ΄τα ψηλά εσένα εθωρούσα

ήμουν εκεί πριχού να γεννηθώ
λεύθερος κι ασχημάτιστος
του αιώνειου συντρόφι
ένας απλός αναστεναγμός
που μέλλονταν τα χείλη σου να βάψει

ήμουν εκεί
χαρμόσυνος καμπάνας ήχος
ήμουν εκεί ο απροσδιόριστος

Manolis Aligizakis

Δημήτρης Κοκαβέσης

  









Τρία  Ποιήματα , Του  Dhimiter Kokaveshi

                            Dhimitër Kokaveshi


ΑΓΝΟΙΕΣ.

Πλεξίδες έκανε το σκότος ρίχνοντας χορό
 νύκτας, στο βλέμμα
 άπειρο σχήματα μας ερευνούσαν σε τρελές πορείες
 σε τρελά σύννεφα ουρανών
εκεί που ανταγωνισμοί αναστατώνουν.
Πότε ξυπνά η νύχτα απ το σκοτάδι
Δεν ήρθε η αυγή;!...
Βαρύ πένθος στρώνει!... Σύννεφα, θανατώνονταν
γαλαξίες, πνίγονταν
στρώνοντας, ανάστατες παγίδες σαν πρόσωπα
 άφαντα, στεναγμών.
Αιώνιες αντιπαλότητές - μου μοιάζουν
καταχνιές αναταραχών καλύπτουν κι αυτές μες τα
μυστήρια!...
Μυστήριο το αύριο;!…
 Άγνοια η έκπληξη;!... Δεν εκδηλώνει τα συναισθήματα;!...
Ωχ!... Αναστεναγμοί της άγνοιας και η έκπληξη
κάπου εκεί μας πνίγει βιαστικά με το συναίσθημα
η ομορφιά ψυχής, οι ομορφιές!... Κρυμμένες
σε μεγάλες εκτάσεις, μεγάλους!…
 Βαθμούς κρύβουν στο φως εκεί που δημιουργούνται
 οι σκιές του σκότου!... Σκιές;!...
Μόνον του φωτός προσπαθώ να ερευνώ μήπως
η ίσος, ίσος να ξυπνήσω μαζί τους
τυφλότητες που με καλύπτουν περιμένοντας! ….
Το γεγονός. ... ... ...

Dhjk©05-05-2014







ΔΙΑΦΥΓΗ.

Οι ομορφιές σου μου προδίδουν
τα πιστεύω
σε ύπαρξη Ιδέων μόνον, προχωρώ
και οι αμφιβολίες...
με των αρχών, για να διαφεύγω
λατρείες και αγιότητες!...
Δεν υπεραγαπώ!...

Dhjk©04-05-2014


ΦΑΙΝΟΜΕΝΑ.

Έννοιες εκφράζεις
 και αδικούμε!... Της διαδοχής
 του χρόνο σου
 σε κάθε στιγμή που μου ορθώνεις
 Φαινόμενα
Σκεπτικισμού!... Δεν σ’ αφιερώνω
 στις ματωμένες
εισπνοές σε ασυνάρτητες
 παύσεις
που δεν χορταίνουν
το βλέμμα μου
Καρφώνω!... Πάνω στον χρόνο σου
 που έχασα το άθλημα
Δρομέων!... Εκτελώ
σε αποστάσεις απ’ τις σκέψεις σου!...
Αισιοδοξώ.
Dhimitër Kokaveshi
Dhjk©13-05-2014



Θάνος Πάσχος

                                              

                                  Τρία ποιήματα του Θάνου Πάσχου

                                                     

                                          

                                           Χάθηκε η άνοιξη και γω...

 

 


Δεν πέρασα αλώβητος
Απ΄ των μαλλιών σου τον καταρρακτη.
Όπως χάθηκε η άνοιξη
Χάθηκε ο έρωτας στον δικό σου χάρτη.
Πήρε ο αιώνας Το άδειο 
 της στιγμής
καράβι
Το σώμα σου το βούλιαξε στης ηδονής τα πάθη.









Παραίσθηση

Τελείωσε το ταξίδι
Η νύχτα δεν έχει χώρο για αλλά όνειρα
Υπάρχει σκόνη από τα βήματα που απομακρύνονται
Ξεθωριασμένα χρώματα
Κρέμονται από την κλειδωμένη βαλίτσα.
Το φιλί
Σελήνη με το εισιτήριο
Στα χέρια
Στέκεται ακίνητο σαν νωπογραφία
Στο τείχος της λήθης.





Η Θυσία    Των  Λουλουδιών

Αυτή είναι η αγάπη

πήρε τον ήλιο ψηλά

και τον έριξε στη θάλασσα

πήρε το φεγγάρι από τις πέτρες

και το πέταξε στης βραδιάς το στήθος

αυτή είναι η αγάπη

φιλιούνται οι άγγελοι

κοίτα τα δροσόφυλλα την αυγή,

μύρισε τη θάλασσα που θέλει έρωτα

και εισέρχεται στα μύχιά μας

όταν κολυμπάμε θαρρετά μέσα της

Κοίτα την θυσία των λουλουδιών
αυτή είναι η αγάπη ...



Θάνος  Πάσχος

Διήγημα :Ο Πόνος του ήλιου ,του Αντώνης Περδικούλης


 
                                                       Διήγημα
                                       Του  Αντώνη  Περδικούλη
                       Θα μπορούσα να ισχυριστώ πως βρισκόμουν σε όνειρο, κάπου ανάμεσα σε παράξενο ύπνο και στη λαχτάρα ν’ αρπαχτώ από μια δικαιολογία που θα με κράταγε γερά να μην φύγω. Θα έκοβα ακόμα και το ένα μου δάχτυλο, για ν’ αποδείξω στον εαυτό μου πως δεν σκεφτόμουν καθόλου ν’ αποδημήσω.  Έτσι θα γλίτωνα ίσως το συναπάντημα το άγνωστο της ξενιτειάς, κι ούτε που θα μ’ ένοιαζε για τα τέσσερα δάχτυλα που θα μου μέναν ύστερα..
                      Ο πόθος μέσα μου να είναι όνειρο ετούτο που ζούσα, ήταν μια κλωτσιά αισιοδοξίας, απότομη και κοφτερή, αγαπούσα να λέω ψέματα στον εαυτό μου, να τον πείθω ν’ ακολουθεί την καρδιά, που πάντα με υποστήριζε, αν και ήξερα πολύ καλά πως είχε άδικο τις περισσότερες φορές και με απογοήτευε οικτρά.
                      Ένα γενναιόδωρο κενό αέρος λίγο πάνω απ’ τα σύννεφα, με τράνταξε και τα χρειάστηκα. Ταράχτηκε το αίμα στο κεφάλι μου. Τα μάτια μου τώρα  βλέπανε σκιές. Βάλθηκα να συνέλθω, να βρώ τον εαυτό μου.
Όλο το μεγαλείο του ονείρου έπαψε να υπάρχει. Σβήστηκε κάθε ελπίδα. Έκανα να γυρίσω το κεφάλι προς το αυγουλωτό παράθυρο, να συναντήσω τα κοκκινογάλαζα χρώματα τ’ ουρανού.  Είχε κατέβει από ώρα ο ήλιος γλιστρώντας στη μεγάλη κατηφόρα, μικρά χρυσά κομπάκια φώς βασανίζονταν στον αέρα παλεύοντας με τη σκόνη των σύννεφων. Όλα ετούτα γίνονταν ένα κουβάρι μπερδεμένο στο κεφάλι μου. Ένοιωθα σα να είχα μπεί σε υψηλό πυρετό, έκαιγαν τα χέρια μου, πονούσαν τα νεύρα μου ανελέητα.. Λαμπύριζαν γύρω από τα μάτια μου όλα τα πράγματα, ο αχός του αεροπλάνου με πίεζε σαν  βούκινο στ’ αυτιά, δεν μπορούσα να ξεδιακρίνω  τίποτα, με τύλιγε μια σιωπή θανατερή, που δεν ήταν καν σιωπή , αλλά σαν ένα πέπλο από μολυβένια σκόνη.
Φωνές απόκοσμες μού τρυπούσαν το κεφάλι, ανάκατες με γέλια παράξενα κι ύστερα πάλι σιωπή,  ολόϊδια θρηνωδία.
                         Κάποτε συνειδητοποίησα πού βρισκόμουν. Άλλαξα πόδι και αφέθηκα να μετρώ το άγνωστο που με περίμενε, γοργοπηδώντας με τη φαντασία μου τις βουνοκορφές που έβλεπα κάτω. Καμιά φορά η νοσταλγία έρχεται τόσο γρήγορα , που λές δεν είναι τίποτε άλλο τόσο δυνατό που πάει κατευθείαν στο αίμα. Ήμουν πιά ένα πουλί αποδημητικό που άφηνε τη γή του , για ένα ταξίδι που δεν υπήρχε σε κανέναν χάρτη. Όμως αργότερα, μετά από ένα φθινόπωρο και άλλο ένα χειμώνα, θα καταλάβαινα πόσο η μοίρα στάθηκε καλή μαζί μου , κι εγώ ο αδαής και παρορμητικός φοβόμουν και την πολεμούσα.. Αργότερα κατάλαβα πως ό,τι είναι γραμμένο στο μέτωπο του
ανθρώπου δεν ξεγράφεται ούτε πολεμιέται μήτε με της καρδιάς τα δόρατα, μήτε με του μυαλού τα λεπτοκάμωτα σχέδια.
                             Εκείνο το απομεσήμερο του Αυγούστου το καυτό σαν φλόγα, δεν έμοιαζε με κανένα άλλο ως τότε. Όχι για τον ήλιο που έκαιγε αρρωστημένα, όχι για την πόλη που ποτέ άλλοτε δεν είχα δεί τόσο θλιμμένη κι όμορφη, μήτε για εκείνους τους γλάρους με τ’  ανθρώπινα μάτια που φέρναν γυροβολιές πάνω απ’ το λιμάνι  και γράφανε με τις ουρές τους άλφα, πολλά άλφα.. Μήτε τέλος για τα τόσα βιβλία που είχα διαβάσει και λέγανε πως κάτι τέτοιες ώρες σταχτιές είναι που πλαντάζει η ψυχή σου, σαν φεύγεις μακριά απ’ όσα αγάπησες με πάθος..
                             Εκείνο το απόγευμα ο Αύγουστος με την πηχτή ζέστη, ήταν ολόϊδιο σταφύλι που το ποδοπάτησαν. Πετάχτηκε από μέσα ο χυμός ολάνθιστος κι απόμεινε ένα φλούδι στεγνό, άσαρκο, σκέτη σταφίδα. Τέτοιο σταφύλι ξανθό δίχως χυμούς έμοιαζε τώρα κι ο Πειραιάς..παραπονιάρης.
                               Έκανα πάλι χώρο στο κεφάλι μου να χωρέσουν κι άλλες μνήμες. Δεν ήξερα να τις βάλω σε μια τάξη. Δεν με άφηναν. Γίνονταν μια πάλη σιωπηλή, απεγνωσμένη, με αντίπαλους τη νοσταλγία και τη μοίρα. Αλίμονο μου, είπα..
Έκανα τα μάτια πιο κεί μήπως και ξεχωρίσω καλύτερα, δεν είδα κάτι παράξενο. Εκτός από φωνές που έρχονταν από βαθιά πολύ σα ναυαγισμένα πλοία, που έψαχναν μες στο υγρό σκοτάδι ν’ αναπνεύσουν. Κι ακόμα μια χλωμή πνοή , σα να’ ταν από πασχαλιά, κι έλεγα να λιγνευτώ και να ορμήσω απ’ το μακρουλό φινιστρίνι στον αφρό της θάλασσας, να ελευθερωθώ, ακόμα δεν ήταν αργά, προλάβαινα.
                               Ο ήλιος τώρα είχε ξεθωριάσει. Ήταν ο ίδιος εκείνος ήλιος που αγάπησα στην αγκαλιά της κάποια γλυκά μεσημέρια στην ζεστή αμμουδιά και στα σφιχτόκορμα πουρνάρια της εξοχής. Ήταν αυτός ο ήλιος, ο φίλος μας από καιρούς, που έκανε να χοντραίνουν τα σταφύλια, να παίρνουν ευωδιά τ’ αχλάδια, να είναι γλυκά σαν κεράσια τα φιλιά της. Κατέβηκε κι άλλο, κι άλλο, σβήστηκε κάποτε στους θαλασσινούς αφρούς, ωραίος, κοκκινωπός , περίλυπος μες στο χαμόγελό του.
                               Τώρα ήμουν μόνος. Σαν φεύγει ο ήλιος, δεν ξέρω, όμως μου δραπετεύει η δύναμη και οι θύμησες σφυροκοπούν το κεφάλι μου και όλο το σφίγγουν  σαν τη  μέγγενη.
                                 Εκείνο το καλοκαίρι. Κι ο Σεπτέμβρης πάλι εμπρός μου. Σαν μια αύρα που ερχόταν από τις νότιες θάλασσες του Λιβυκού και δεν έλεγε να μ΄αφήσει..
                                 Κι εκείνη. Σαν ερωδιός που άνοιγε τα φτερά σε  όλη την παγχρωμία  μπροστά μου κι εγώ είχα αργήσει τόσο να σηκώσω τα μάτια να τη δώ. Και όταν την είδα , μ’ έκαψε σαν φωτιά , σαν ήλιος που πονά.
                              Έτσι.  Με τα ξανθά της μαλλιά και τα θαλασσινά μάτια. Απότομα σαν την αστραπή που σε τυφλώνει. Μικρή και γλυκοστάλαχτη σαν το φρεσκόβγαλτο φεγγάρι.  Ήρθε..
                                                      Αντώνης  Περδικούλης
                                               Από τα  «Δώδεκα Νυχτερινά  κείμενα»

Δευτέρα, 12 Μαΐου 2014

  






ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ,  ΓΙΑΝΝΗ ΔΙΟΓΕΝΗ




Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ

Μακριά πολύ μακριά
 απ τ' ουρανού τα βάθη
 κρυμμένη  ...η αγάπη
 αναστενάζει και πονά
γιομάτη αχ
δίχως
γιατί δικάστηκε
να υπομένει τα λάθη μας
ψεύτικα στολίδια της φορτώσαμε
 καπηλευτήκαμε τ' όνομά της
 κι έτσι αδίστακτα
την περιφέρουμε στις πλατείες
 και στους δρόμους
φωνάζοντας σ' αγαπώ
έτσι,
από συνήθεια
κι αναίσχυντα φορές
μη νιώθοντας
τη σημασία των λέξεων




Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


Και,
χτίζει κόσμους αλλοιώτικους!
 είν' το γεφύρι,
ο ποιητής,
τον ουρανό
που ενώνει με τη γη...
Και μιλά με σιωπή
κι αντιλαλούν τα βουνά,
οι θάλασσες
και τα ουράνια
είναι βροχή,
στο χώμα που διψά,
 ή το γαλήνιο βλέμμα του ΘΕΟΥ
κι εκείνο το χέρι,
που πλάθει
τον  κόσμο σου όμορφο
όπως κι ΕΚΕΙΝΟς




Ο ΚΟΣΜΟΣ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ


Ανοίγω τα χέρια μου
 κι αγκαλιάζω το ν άνεμο
κι είν η ζωή μαζί μου τόσο γλυκειά
κι αν θες να με βρεις
το παράθυρο
της ψυχή σου άνοιξε

Στον κόσμο που ονειρεύτηκα
να ρθείς
βάλε φτερά
  σε γαλανό ουρανό
 σε περιμένω
έλα
να φτιάξουμε έναν κόσμο
γεμάτο αγάπη

Το μίσος
τον φθόνο
ν ' αφήσουμε πάνω σε τούτη τη γη
εμπρός
 για έναν κόσμο
που ο άνθρωπος
θα χει αξία
με σεβασμό
ν' απλώνει τα όνειρά του
με ελπίδα
γεμάτη
για τον καθένα
να είναι κάθε αυγή .


ΓΙΑΝΝΗΣ ΔΙΟΓΕΝΗΣ

Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

 

 

Κήποι μες'στο λιοπύρι


Το λευκό σώμα αυτής της γυναικός
φωτίζονταν
εκ των έσωθεν
μ’ ένα φως τόσο λαμπρό
ώστε
εδέησε
να πάρω τη λάμπα
και να την
ακουμπήσω
χάμω στο πάτωμα
που
να μπορέσουνε
οι σκιές
των δύο τόσο ευγενικών μας σωμάτων
να προβληθούν
στον
τοίχο
με μίαν ιερατικότητα βιβλική

η λάμπα έκαιε συνεχώς
— η πηγή του πετρελαίου είτανε ανεξάντλητη —
όλη τη νύχτα
την ακόλουθη μέρα
κι’ όλη την επόμενη νύχτα
χάμω στο πάτωμα
πάνω στα πλούσια
στοιβαγμένα
χαλιά
τα ωραιότερα φρούτα
τα λαμπρότερα λουλούδια
— όπου επικρατούσαν
οι πικροδάφνες
άσπρες και ρόδινες —

η ατμόσφαιρα — συμβολική — από ένα κίτρινο :
ένα κίτρινο χρυσό

 

Νίκος Εγγονόπουλος

Πέμπτη, 8 Μαΐου 2014

Γιώργος Δουατζής

  ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΟΥΑΤΖΗ

 

 






ΨΨΨιχία

Ψιχία
Σαν ψίχουλα δείπνου μυστηριακού 
πέφτουν στη γη οι στίχοι μου 
και τα σοφότερα των μυρμηγκιών
τους μεταφέρουν σε υπόγειες στοές
σκεπτόμενα τους δύσκολους χειμώνες
αυτά που δεν φοβήθηκαν ποτέ τον θάνατο 
αλλά τη ζωή φοβήθηκαν


Ζωογόνες ριπές

Οι ριπές ήταν αδιάλειπτες
με ένα στιγμιαίο σκύψιμο 
θα έσωζε την άδεια πια ζωή του
μα το σωτήριο σκύψιμο 
θα σκότωνε την περηφάνεια του 

Δεν έσκυψε 
και οι θανάσιμες ριπές 
του χάρισαν ζωή αληθινή
αφού  με αυτόν τον θάνατο 
πήρε ουσία η ύπαρξή του

Έπειτα
άνοιξε τη μοναδική πόρτα 
όπου υπήρχε βήμα 
πέρα από το κατώφλι 
εκεί που βρίσκονται έφηβες ψυχές 
με ίχνη γηρατειών

Όπως ανακαλύπτεις ένα γίγαντα σε παιδικές παλάμες 
ή 
όπως τρυπούν την κουρτίνα τα χελιδόνια για να φωτίσει ο άνεμος

Δεν επέτρεψα να του στήσουν ανδριάντα
πάντα σιχαινότανε τις κουτσουλιές...



από την  ποιητική  συλλογή,''Σχεδίες''



ΤΑ 99 ΜΙΚΡΑ-ΔΕΙΓΜΑ ΓΡΑΦΗΣ

Νέοι, υψώσαμε τόσο τις σημαίες μας, που χάθηκαν στο άπειρο

Θα αγαπάω συνεχώς. Έστω και το κενό στο στήθος μου

Οι μεγάλες αλήθειες ντύνονται λόγια απλά

Να φροντίζεις πάντα για μεγαλύτερους διαδόχους

Ποίηση σκληρή, ανελέητη, αγαπημένη. Πόσες σπονδές χωράνε ακόμα τα ιερά σου;

Τα ιδεολογικά κατασκευάσματα φυλάκισαν τη σκέψη

H όψη σου, γεμίζει άδεια φορέματα στις βιτρίνες και το κορμί σου πάλλευκα σεντόνια

Τότε, συλλογικές αυταπάτες και οράματα. Τώρα, οχυρώνουμε τις φωλιές μας


ta99mikra300



ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΟΥΑΤΖΗΣ



Τρίτη, 6 Μαΐου 2014

Μεγάλοι Έλληνες Ποιητές :Κωστής Παλαμάς








ΚΩΣΤΗΣ  ΠΑΛΑΜΑΣ



ΦΑΝΤΑΣΙΑ

Φαντασία δέσποινα, έλα,
τρέξε πρωτοστάτη Νου,
σύρτε αδάμαστες δουλεύτρες,
ω νεράιδες του Ρυθμού,
κι απ’ του πόθου τα βαθιά,
τα ψηλά του λογισμού
φέρτε, φέρτε, του μαρμάρου
τ’ άνθια και του χρυσαφιού,
τα λαμπρόηχα λόγια φέρτε,
και ρυθμίστ’ ένα παλάτι
και στυλώστε μέσα εκεί
του Ηλιου το είδωλο, και κείνο
υπερούσια καμωμένο
από ηλιοφεγγοβολή.



 
Η ΑΣΑΛΕΥΤΗ ΖΩΗ

Και τ' άγαλμα αγωνίστηκα για το ναό να πλάσω
στην πέτρα τη δική μου απάνω,
και να το στήσω ολόγυμνο, και να περάσω,
και να περάσω, δίχως να πεθάνω.

και τό'πλασα. Κ’οι άνθρωποι, στενοί προσκυνητάδες
στα ξόανα τ' άπλαστα μπροστά και τα κακοντυμένα,
θυμού γρικήσαν τίναγμα και φόβου ανατριχάδες,
κ' είδανε σαν αντίμαχους και τ' άγαλμα κ' εμένα.

Και τ' άγαλμα στα κύμβαλα, κ' εμέ στην εξορία.
Και προς τα ξένα τράβηξα το γοργοπέρασμά μου
και πριν τραβήξω, πρόσφερα παράξενη θυσία
έσκαψα λάκκο, κ' έθαψα στο λάκκο τ' άγαλμά μου.

Και του ψιθύρησα: «Αφαντο βυθίσου αυτού και ζήσε
με τα βαθιά ριζώματα και με τ' αρχαία συντρίμμια,
όσο που νάρθ' η 'ωρα σου, αθάνατ' άνθος είσαι,
ναός να ντύση καρτερεί τη θεία δική σου γύμνια!»

Και μ’ ένα στόμα διάπλατο, και με φωνή προφήτη,
μίλησ’ ο λάκκος: «Ναός κανείς, βάθρο ούτε, φως, του κάκου.
Για δω, για κει, για πουθενά το άνθος σου, ω τεχνίτη!
Κάλλιο για πάντα να χαθή μέσ’ στ’ άψαχτα ενός λάκκου.

Ποτέ μην έρθ’ η ώρα του! Κι αν έρθη κι αν προβάλη,
μεστός θα λάμπη και ο ναός από λαό αγαλμάτων,
τ’ αγάλματα αψεγάδιαστα, κ’ οι πλάστες τρισμεγάλοι
γύρνα ξανά, βρυκόλακα, στη νύχτα των μνημάτων!

Το σήμερα είτανε νωρίς, τ’ αύριο αργά θα είναι,
δε θα σου στρέξη τ’ όνειρο, δε θάρθ’ η αυγή που θέλεις,
με τον καημό τ’ αθανάτου που δεν το φτάνεις, μείνε,
κυνηγητής του σύγγνεφου, του ίσκιου Πραξιτέλης.

Τα τωρινά και τ’ αυριανά, βρόχοι και πέλαγα, όλα
σύνεργα του πνιγμού για σε και οράματα της πλάνης
μακρότερη απ’ τη δόξα σου και μια του κήπου βιόλα
και θα περάσης, μάθε το, και θα πεθάνης!»

Κ’ εγώ αποκρίθηκα: «Ας περάσω κι ας πεθάνω!
Πλάστης κ’ εγώ μ’ όλο το νου και μ’ όλη την καρδιά μου
λάκκος κι ας φάη το πλάσμα μου, από τ’ αθάνατα όλα
μπορεί ν’ αξίζει πιο πολύ το γοργοπέρασμά μου».
1903







ΟΙ ΘΕΟΙ

Και πρωτοείδε ο πρώτος άνθρωπος
του ήλιου την ανατολή,
και να της γλυκαποκρίνεται
γρίκησε μια μουσική,
χίλια λόγια, χίλια εγκώμια
προς της μέρας την πηγή.
Κι όλα, ω θάμα, κι όλα, κ’ οι ύμνοι,
και τα λόγια και τα εγκώμια,
σκορπιστήκανε στα τετραπέρατα,
και τα σάρκωσαν οι αιώνες,
και γινήκανε φωτοθεοί
και αρμονίας τέρατα.



ΚΩΣΤΗΣ  ΠΑΛΑΜΑΣ

Δευτέρα, 5 Μαΐου 2014

Απόστολος Βεργίνης

    














ΤΡΙΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ  ,ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΒΕΡΓΙΝΗ

  •    "ΈΝΑ"                                             
    Μέσες αποστάσεις
    αποφυγή ατυχημάτων
    βωμός ή κολαστήριο·
    ένα κοπάδι ποντικιών
    πηγαίνει να βοσκήσει
    ότι απέμεινε
    από τα κάρβουνα του Πάσχα.
    Κι ο άνθρωπός μας, μονάχος
    έκλαιγε καθισμένος
    σε έρημο και αδειανό παγκάκι
    Μετρώντας τι του κλέψανε
    μετρώντας τι είχε χάσει.
    Δεν ξέφυγε
    από τον αριθμό τον ένα
    τον αριθμό
    που με σουγιά τον χάραξε
    επάνω στο παγκάκι:
    "ένα" -
    μια αφετηρία, μια ζωή
    και ένα τέλος·
    που του το κλέψανε ακόμη
    και αυτό.
    ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΉ ΣΥΛΛΟΓΉ: ΚΊΤΡΙΝΗ ΒΡΟΧΉ

                                                                                                                          






ΤΡΊΑ ΣΗΜΆΔΙΑ
 
Δόξα και καταπίεση
Μοριακοί τύποι και σκοτεινές εφαρμογές·
Ένα θλιμμένο σαμιαμίδι, κρύβεται
Ν' αποφύγει την απρόσμενη βροχή.
Σημάδι πρώτο: στον ουρανό
Ένα μπαλόνι· κάτω του κρεμασμένη
Μία κούκλα, που μιλά
Λέγοντας ίδιες λέξεις.
Σημάδι δεύτερο: μια φάλαγγα
Στρατιωτών, βαδίζει προς
Μια μάχη, τραγουδώντας.
Σημάδι τρίτο: το κλάμα
Ενός μωρού, που σήμερα
Γεννιέται - και το νερό
Ήχους ανατριχιαστικούς παράγει
Βγαίνοντας απ' τα λούκια
Πάνω σε τσίγκους πέφτοντας
Δίνοντας τόνο στην ζωή
Μιας Κυριακής.
AΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ ΣΥΛΛΟΓΗ: ΣΥΝΝΕΦΑ ΠΆΝΩ ΑΠΌ ΤΗΝ ΠΌΛΗ




 ΠΡΟΣΤΥΧΗ ΑΝΙΣΟΤΗΤΑ
Πειραματισμοί, πριν απ' τις πράξεις
μολύβι μπλε, με άσπρες ρίγες· όμορφο
γράφει για όνειρα ανάμικτα τελείως
γράφει και κρύβει συνεχώς κάθε αλήθεια.
Τραυματισμοί χαρτιών απ' την γραφίδα
ελεγχόμενες της γνώσης περιοχές -
δέκα λεπτά, αρκούν μονάχα για να γράψω
την τραγωδία μιας γενιάς·
αρκεί· να παίζει μια κιθάρα ηλεκτρική
σόλο, προς την ατμόσφαιρα.
Οι γιορτές μοιραία θα συνεχισθούν·
όσο η ύπαρξή τους εξαρτάται απ' τον κόσμο -
ανθίζουν τ' άγρια φυτά
ακόμη κι αν δεν τα ποτίζεις·
λέγετ' αυτό και πρόστυχη ανισότητα.

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΉ ΣΥΛΛΟΓΉ: ΚΊΤΡΙΝΗ ΒΡΟΧ'Η
ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΒΕΡΓΙΝΗΣ


Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014





                                     Ν Ε Φ Ε Λ Η Σ   Α Ν Δ Ρ Ι Α Ν Ο Υ
              Η νέα ποιητική συλλογή  «Με πλαγιαστά γράμματα…»
                      Υπαρξιακοί στοχασμοί σε πρώτο πρόσωπο
              Μια κριτική προσέγγιση από τον Αντώνη  Περδικούλη
              Η ποιήτρια Νεφέλη Ανδριανού, γεννημένη και μεγαλωμένη στην Πρέβεζα, ζεί σήμερα και δημιουργεί  στην Αθήνα. Το 2013 εξέδωσε μια νέα ποιητική συλλογή  που τιτλοφορείται «Με πλαγιαστά γράμματα»,  από τις εκδόσεις «Καταφύγιο» στην Κέρκυρα. Ένα ποιητικό καταστάλαγμα αξιοπρόσεχτο για την ποιητική κριτική.
              Η ποιητική φλέβα της Ν.Α. μοιάζει ανεξάντλητη ανάβρα εμπνευσμένης γραφής, πότε πετιέται σαν πίδακας μεστωμένης  σκέψης και πότε ακούγεται σαν χείμαρρος ορμητικός ,όπως ο  παφλασμός σε καταρράκτη. Ο στίχος της θαρραλέος, γοργοϋπήκοος, ζωηρός  , κρατά την φιλοσοφημένη ιδέα της ανθρώπινης ύπαρξης, την συγγένεια χρόνου και ατόμου, την αγωνία του σκοπού:
« Λατρεύω από την γενετική τον υπέρτατο ιδεαλισμό..»
              Η μουσική λυρική σκέψη αντικτυπά στην γραφή της εξυψώνοντας την Λέξη σε ιερό ενθουσιασμό, δίνει ένα ύφος αυθεντικά λυρικό και γοητευτικό:
«Σαν διαταραχή η Ποίηση, το κύμα, η δροσιά της..»
              Τα πρόσωπα της Νεφέλης είναι όντως βασανισμένα, άλλοτε αυτοτιμωρού-
μενα, συνεχώς ιχνηλατούν μια ξεχασμένη μοίρα  για να αναδυθούν στο φώς  και έτσι να λυτρωθούν: « ..καμιά φορά μπορείς να σκεφτείς την ευτυχία, αλλά θα τιμωρηθείς..».
Εδώ έρχεται αβίαστα στην μνήμη του κριτικού το θλιβερό τραγούδι του Κώστα
Καρυωτάκη, όταν κι εκείνος είχε συνειδητοποιήσει τα δεσμά της ανθρώπινης μοίρας:
« Είναι στον ουρανό μια σιδερένια, μια μεγάλη πυγμή, που δεν συντρίβει, μα τιμωρεί κι αδιάκοπα πιέζει…» (Ελεγεία και Σάτυρες, 1927.)
Ο στίχος της Ν. Α. είναι διαμαρτυρόμενος, εξόχως αντιστασιακός στη «ηθική», αυτήν του κόσμου , την κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του χθαμαλού και συμβιβασμένου ανθρώπου: « Αν θές να ζήσεις, γύρνα την πλάτη στις (φθηνές) καλημέρες τους..»
              Ο χρόνος τόσο ελάχιστος και ανεπαρκής, αλλά και τόσο ατέλειωτος συνάμα.
Η μοναξιά του ανθρώπου είναι ο πυρήνας της ποιητικής άντλησης για δημιουργία. Ο άνθρωπος θεριό, όμως και τρεμάμενο στάχυ, υποφέρει μονίμως από τον πόνο και τον θάνατο. Αυτοί οι μόνιμοι συνοδοί του θα έκαναν τη ζωή ακάνθινο δέρας , εάν δεν υπήρχε η ιλαρή αχτίδα της προσδοκίας. Από τον πόνο, τον χαμό και τον θάνατο ξεπετιούνται εύοσμα κλήματα, όπως η Ποίηση, λυχνία ουρανόπεμπτη και  αβρή συλλήπτρια της πικρής ζωής. Γιατί  αυτή η εφήμερη ζωή «..δεν είναι θλίψη, όχι, είναι πέτρα, είναι σφιγμένα δόντια..».
         Η τεχνοτροπία της Νεφέλης είναι ο ρεαλισμός, ένας ρεαλισμός που θα τον ονόμαζα νοσταλγικό. Η νοσταλγία και η μνήμη εμποτίζουν  ως τη ρίζα τα ποιητικά της μοσχολούλουδα. Η νοσταλγία ιδίως,  αυτό το φαρμακερό μαχαίρι:
« Κρυστάλλινα παιδικά χρόνια..».
         Η  κάθε λέξη στη γραφή της Ν.Α. είναι και μια αποκάλυψη της αισθαντικής ψυχής της, είναι όμως και μια καλά σφιγμένη γροθιά στο παχύδερμο  θηρίο της υποκρισίας, του συμβιβασμού , της κολακείας. Η γραφή της στο αποκορύφωμα του ενθουσιασμού μετουσιώνεται σε σαγηνευτικό ταξίδι της γλώσσας και πρωτίστως σε λυροπρόφερτο , γεμάτο χρώματα τραγούδι:  «. Δεν είμαι δέντρο να στέκω, είμαι νερό που απομακρύνεται..».
         Έτσι περήφανα το ποίημα μπορεί να υψωθεί  στα ουράνια, μέσα από τα καθημερινά, τα μικρά ωραία  και ταπεινά..
         Ωστόσο μέσα στις διάφανες φλέβες των λέξεων και τις ζωντανές εικονοποιήσεις
υπάρχει μια σιωπή εκκωφαντική, που μόνον οι ποιητές, οι μύστες και οι ρεμβαστές της Ποίησης είναι σε θέση να αισθανθούν πραγματικά..
        Η Νεφέλη Ανδριανού  γεωργεί αξιοθαύμαστα και ανανεώνει με τη γραφή της- -την ποτισμένη με αίμα και πνεύμα-- την σύγχρονη ελληνική μας Ποίηση.--
                                                          Αντώνης  Περδικούλης
                                                        Αγυιά,   Μάης  2014. (πρωτοφανέρωτο).

*Αναδημοσίευση από  τα Αγιώτικα νέα.

Μεγάλοι Έλληνες Ποιητές

Γιώργος Σεφέρης

Κι αν ο αγέρας φυσά, Λίγο ακόμα,
 Επί ασπαλάθων, Επιφάνια, Ερωτικός Λόγος, 
Ένας γέροντας στην ακροποταμιά, Ελένη, 
Ο γυρισμός του ξενητεμένου, Περιστατικά
Σαλαμίνα της Κύπρος, Φυγή, Μυθιστόρημα, 
Τελευταίος σταθμός, Τα χέρια, Πάνω σε μια χειμωνιάτικη ακτίνα 






Κωστής Παλαμάς

 
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ
Μου σφίγγει ο καημός σα θηλειά το λαιμό
και μες στην καρδιά με δαγκώνει σα φίδι
Παράξενο θέλω ν΄αρχίσω ταξίδι
χωρίς, μα χωρίς τελειωμό

Το δρόμο μου αργά να τραβώ, να τραβώ,
αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,
ψυχή να μη βρίσκω, ή πάντα να μπλέκω
με κόσμο τυφλό και βουβό.

Να νιώθω τριγύρω πλατιά ερημιά,
κλεισμένα τα σπίτια, τα τζάκια σβησμένα,
ψηλά να μη φέγγει αστέρι κανένα,
και κάτου γυναίκα καμιά

Ε! ίσως σε τέτοιο ταξίδι αν βρεθώ,
ατέλειωτο, έρμο, σ΄αγνώριστη χώρα,
δε θά΄χω περίσσια λαχτάρα σαν τώρα,
αγάπη, από σε να χαθώ!
Κωστής Παλαμάς
Απρίλιος 1883





Κ.Π.Καβάφης



Επέστρεφε
Επέστρεφε συχνά και παίρνε με,
αγαπημένη αίσθησις επέστρεφε και παίρνε με—
όταν ξυπνά του σώματος η μνήμη,
κ’ επιθυμία παληά ξαναπερνά στο αίμα·
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται,
κ’ αισθάνονται τα χέρια σαν ν’ αγγίζουν πάλι.

Επέστρεφε συχνά και παίρνε με την νύχτα,
όταν τα χείλη και το δέρμα ενθυμούνται...


Κ.Π.Καβάφης